Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν έχουν διαμορφώσει μια εξαιρετικά βαριά οικονομική συνθήκη για το Αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Congressional Budget Office (CBO), η οποία είδε το φως της δημοσιότητας στις 15 Σεπτεμβρίου, το άμεσο κόστος για τις ένοπλες δυνάμεις άγγιξε τα 38 δισεκατομμύρια δολάρια έως την 1η Αυγούστου 2026.
Ο διογκωμένος αυτός λογαριασμός δεν αποτυπώνει το συνολικό αποτύπωμα στην αμερικανική οικονομία, αλλά εστιάζει στις άμεσες λειτουργικές ανάγκες του Πενταγώνου. Η δαπάνη εκτινάχθηκε κυρίως λόγω:
-
Της αντικατάστασης των αναλωθέντων πυρομαχικών.
-
Των απωλειών σε εξοπλισμό κατά τις επιχειρήσεις.
-
Της κατακόρυφης αύξησης στις ώρες πτήσεων και στην κατανάλωση καυσίμων.
Μηνιαίος «λογαριασμός» έως 3 δισ. και η έλλειψη αποθεμάτων
Η δημοσιονομική επιβάρυνση των ΗΠΑ για το προσεχές διάστημα παραμένει άμεσα εξαρτημένη από την ένταση στο μέτωπο. Η CBO εκτιμά ότι σε σενάριο χαμηλής και σποραδικής δραστηριότητας, η μηνιαία επιβάρυνση θα διατηρηθεί στα 2 δισεκατομμύρια δολάρια. Αν όμως οι συγκρούσεις επιστρέψουν στην ένταση που καταγράφηκε τον Ιούλιο, το επιπλέον κόστος θα φτάνει τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια κάθε μήνα.
Παράλληλα, η αναπλήρωση των στρατιωτικών αποθεμάτων αποτελεί κομβικό σημείο. Τα πυρομαχικά απορροφούν τεράστιο μέρος των κονδυλίων, ενώ η αντικατάστασή τους απαιτεί χρόνο και δεν μπορεί να συμβεί άμεσα. Επιπλέον, οι αναταράξεις στην ενεργειακή αγορά και οι πιθανές αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας απειλούν να μετακυλίσουν το οικονομικό βάρος απευθείας στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις. Καθώς οι εκτιμήσεις για τις μελλοντικές επιπτώσεις εμπεριέχουν μεγάλη αβεβαιότητα, τα 38 δισ. δολάρια συνιστούν απλώς μια προσωρινή καταγραφή.
Δραστική μείωση της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη
Την ίδια στιγμή που οι πόροι διοχετεύονται στη Μέση Ανατολή, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προετοιμάζει μια ιστορική μετατόπιση δυνάμεων. Όπως μεταδίδει το NBC News επικαλούμενο Αμερικανούς αξιωματούχους, το Πεντάγωνο εξετάζει τη σχεδιαζόμενη απόσυρση αεροσκαφών, πλοίων, οπλικών συστημάτων και στρατιωτικού προσωπικού από την ευρωπαϊκή Ήπειρο.
Η σχεδιαζόμενη περικοπή αφορά περίπου 25.000 στρατιωτικούς —δηλαδή το ένα τρίτο της συνολικής δύναμης των 80.000 Αμερικανών που βρίσκονται σήμερα στην Ευρώπη. Ορισμένες πηγές μάλιστα αναφέρουν ότι η μείωση ενδέχεται να αγγίξει το 50%, φτάνοντας έως και τις 40.000 αποχωρήσεις. Αν το σχέδιο υλοποιηθεί, θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη συρρίκνωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή από την εποχή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η πίεση στους συμμάχους του ΝΑΤΟ και η στροφή στην Ασία
Η απόφαση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη σταθερή θέση του Αμερικανού Προέδρου ότι η Ευρώπη οφείλει να επωμιστεί την ευθύνη της αμυντικής της προστασίας, καθώς διαθέτει την οικονομική επιφάνεια να το πράξει. Ήδη από τη σύνοδο των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ τον Ιούνιο του 2026, ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, κατέστησε σαφές ότι η Ουάσιγκτον μεταφέρει την κύρια ευθύνη στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Στον ίδιο τόνο, ο υφυπουργός Άμυνας Έλμπριτζ Κόλμπι τόνισε τον Αύγουστο τη μετάβαση σε μια πιο «δίκαιη και βιώσιμη συμμαχία». Η αποστολή σχετικού ερωτηματολογίου προς τα μέλη του ΝΑΤΟ λειτούργησε ως προειδοποίηση: όσες χώρες δεν ευθυγραμμίζονται με τις προτεραιότητες της αμερικανικής διοίκησης, θα αντιμετωπίσουν μείωση της υποστήριξης.
Παρά τις ανησυχίες των συμμάχων για τη ρωσική επιθετικότητα και την πιθανή εξασθένηση του ΝΑΤΟ, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποδεσμεύσει κρίσιμους πόρους για να εστιάσει στις προκλήσεις της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.