Εκτελεστικό διάταγμα που εξαιρεί τη Ρωσία από νέο πλαίσιο κυρώσεων που είχε εγκρίνει το Κογκρέσο τον Σεπτέμβριο υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ, προσφέροντας οικονομική διέξοδο στη Μόσχα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον αναζητά τρόπους να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων. Η απόφαση ανατρέπει στην πράξη την κατεύθυνση ενός νομοθετήματος που στόχευε να εντείνει την πίεση στον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Το μέτρο, γνωστό ως νόμος Γκράχαμ, είχε σχεδιαστεί για να πλήξει Ρώσους αξιωματούχους, ολιγάρχες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, περιορίζοντας τις οικονομικές ροές που στηρίζουν τη ρωσική εκστρατεία κατά της Ουκρανίας. Παράλληλα, παρείχε στον Αμερικανό πρόεδρο διευρυμένες εξουσίες για την επιβολή δασμών σε χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με τη Ρωσία.
Ο νόμος έφερε το όνομα του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή της Νότιας Καρολίνας, Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο, έχοντας αφιερώσει περισσότερο από έναν χρόνο στην εξασφάλιση υποστήριξης για την πρωτοβουλία. Παρά τη διακομματική στήριξη που συγκέντρωσε το νομοθέτημα, υπήρχαν εξαρχής αμφιβολίες για το κατά πόσο ο Τραμπ θα εφάρμοζε τις προβλεπόμενες κυρώσεις.
Με το εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε το βράδυ της Παρασκευής, ο Τραμπ επικαλέστηκε το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ για να δικαιολογήσει την εξαίρεση. Δεν εξήγησε, ωστόσο, ποια συγκεκριμένα οφέλη για την αμερικανική οικονομία ή την εξωτερική πολιτική επιβάλλουν αυτή την επιλογή. Το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει στον πρόεδρο να χορηγεί εξαιρέσεις, προβλέποντας ενημέρωση του Κογκρέσου όταν αποφασίζει να μην εφαρμόσει τους περιορισμούς.
Οι τιμές των καυσίμων αλλάζουν τους υπολογισμούς της Ουάσιγκτον
Η απόφαση εντάσσεται στη στροφή που καταγράφεται τις τελευταίες εβδομάδες στην πολιτική του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εκφράσει δυσαρέσκεια για τα πλήγματα της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια, θεωρώντας ότι συμβάλλουν στην άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται στην αμερικανική αγορά καυσίμων και τροφοδοτεί τις πληθωριστικές πιέσεις, λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, στις οποίες οι Ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Την προηγούμενη εβδομάδα ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον Πούτιν και ότι οι ΗΠΑ θα αρχίσουν να εισάγουν ρωσικό ντίζελ. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε ήδη προχωρήσει σε προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων στις εξαγωγές του καυσίμου, προκειμένου να διασφαλιστεί η τροφοδοσία της παγκόσμιας αγοράς, ενώ χορήγησε γενική άδεια σε Ρώσους παραγωγούς ενέργειας να πωλούν ντίζελ έως τον Απρίλιο.
Οι κινήσεις αυτές προκάλεσαν αντιδράσεις στο Κίεβο και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξέφρασε την αντίθεσή του στη χαλάρωση των περιορισμών, ενώ διακομματική ομάδα Αμερικανών γερουσιαστών κάλεσε αυτή την εβδομάδα τον Τραμπ να ανακαλέσει την εξαίρεση για το ρωσικό ντίζελ. Η νέα απόφαση διευρύνει την ανησυχία ότι η ανάγκη περιορισμού του ενεργειακού κόστους υπερισχύει της πολιτικής οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα.
Αντιδράσεις στο Κογκρέσο και αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα
Η εξαίρεση από τις νέες κυρώσεις προκάλεσε άμεσες επικρίσεις από Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο. Ο βουλευτής Ντον Μπέιερ κατηγόρησε τον Τραμπ ότι υπονομεύει τους Ουκρανούς εταίρους των ΗΠΑ και αγνοεί τη σαφή βούληση του νομοθέτη. Από την πλευρά της, η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Τραπεζικών Υποθέσεων της Γερουσίας, χαρακτήρισε την απόφαση σοβαρή αποτυχία ηγεσίας, υποστηρίζοντας ότι αποδυναμώνει την πίεση προς το Κρεμλίνο.
Ο νόμος προέβλεπε τη δυνατότητα επιβολής δασμών έως 100% σε χώρες που εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, δασμών έως 500% στις εισαγωγές ρωσικών προϊόντων στις ΗΠΑ, καθώς και αυστηρότερα μέτρα κατά του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» δεξαμενόπλοιων της Ρωσίας και του τραπεζικού της συστήματος. Στο διάταγμά του, ο Τραμπ ανέφερε ότι η κυβέρνησή του θα παρακολουθεί τις αγορές ρωσικού πετρελαίου από τρίτες χώρες, ενώ οι σύμβουλοί του θα εισηγούνται εάν χρειάζονται πρόσθετα δασμολογικά μέτρα.
Παραμένει, πάντως, ασαφές εάν η εξαίρεση θα οδηγήσει σε ευρύτερη επανένταξη της Ρωσίας στο δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, από το οποίο έχει απομονωθεί μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Ο Ντάνιελ Τάνενμπαουμ, εταίρος της συμβουλευτικής εταιρείας Oliver Wyman με ειδίκευση στη συμμόρφωση τραπεζών με τους κανόνες κατά του ξεπλύματος χρήματος και τις κυρώσεις, εκτιμά ότι το βασικό πλαίσιο περιορισμών παραμένει ενεργό και ότι οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα εξακολουθήσουν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς κινδύνους. Όπως επισημαίνει, δεν είναι σαφές ποιο απτό όφελος θα προκύψει για την αμερικανική οικονομία από τη συγκεκριμένη επιλογή.