Διεθνή

Ο Τραμπ «ξηλώνει» δεκάδες περιορισμούς στην οπλοκατοχή και τις πωλήσεις όπλων


Στη μεγαλύτερη ανατροπή της αμερικανικής πολιτικής για τον έλεγχο των όπλων των τελευταίων ετών προχωρά η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, καταργώντας περισσότερους από 35 κανονισμούς που είχαν θεσπιστεί κυρίως επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν.

Οι αλλαγές επηρεάζουν το σύνολο του πλαισίου εποπτείας της αγοράς πυροβόλων όπλων, από τις άδειες των εμπόρων και τους ελέγχους ιστορικού των αγοραστών, έως τους περιορισμούς για άτομα με ιστορικό ψυχικής ασθένειας και την πώληση εξαρτημάτων όπλων.

Οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Τραμπ σηματοδοτούν μια σαφή στροφή υπέρ της διεύρυνσης των δικαιωμάτων οπλοκατοχής, υλοποιώντας προεκλογικές δεσμεύσεις του Αμερικανού προέδρου προς τους κατόχους όπλων και τη βιομηχανία πυροβόλων. Επικριτές των μέτρων κάνουν λόγο για αποδυνάμωση της δημόσιας ασφάλειας και για περιορισμό της δυνατότητας των ομοσπονδιακών αρχών να αντιμετωπίζουν την παράνομη διακίνηση όπλων.

Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται η ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αλκοόλ, Καπνού, Πυροβόλων Όπλων και Εκρηκτικών (ATF), η οποία έχει αναλάβει την εφαρμογή της νομοθεσίας περί όπλων στις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση προχωρά σε σημαντική χαλάρωση του κανονιστικού πλαισίου, ενώ η υπηρεσία λειτουργεί ήδη με μειωμένους πόρους, καθώς εκατοντάδες στελέχη της έχουν μετακινηθεί σε αποστολές επιβολής της μεταναστευτικής πολιτικής.

Οι βασικές αλλαγές

Μεταξύ των σημαντικότερων παρεμβάσεων περιλαμβάνονται:

  • Κατάργηση της πολιτικής «μηδενικής ανοχής» απέναντι σε εμπόρους όπλων που παραβιάζουν επανειλημμένα τη νομοθεσία
  • Αυστηρότερες προϋποθέσεις για την ανάκληση της ομοσπονδιακής άδειας λειτουργίας εμπόρων όπλων, καθώς πλέον θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι γνώριζαν πως παραβίαζαν τον νόμο
  • Επαναφορά δικαιωμάτων αγοράς και κατοχής όπλων σε ορισμένες κατηγορίες πολιτών που είχαν περιορισμούς λόγω ψυχικής υγείας ή επειδή δεν μπορούσαν να διαχειριστούν μόνοι τις οικονομικές τους υποθέσεις
  • Κατάργηση αυξημένων ελέγχων για τα λεγόμενα stabilizing braces, εξαρτήματα που μετατρέπουν ορισμένα πιστόλια σε πιο σταθερά και αποτελεσματικά όπλα και έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολύνεκρες επιθέσεις,
  • Κατάργηση της υποχρέωσης λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων για ορισμένες αιτήσεις σχετικές με πυροβόλα όπλα,
  • Επαναφορά της δυνατότητας ιδιωτικών πωλήσεων και συναλλαγών σε εκθέσεις όπλων χωρίς τους αυστηρότερους ελέγχους ιστορικού που είχε εισαγάγει η κυβέρνηση Μπάιντεν, επαναφέροντας ουσιαστικά το λεγόμενο «παράθυρο» (gun show loophole).

Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει ξεκινήσει δικαστικές προσφυγές κατά πολιτειακών νόμων που επιβάλλουν αυστηρότερους περιορισμούς στα ημιαυτόματα όπλα. Μεταξύ άλλων αμφισβητεί τις σχετικές νομοθεσίες στο Κολοράντο, την Περιφέρεια της Κολούμπια και τη Βιρτζίνια, ενώ προσέφυγε και κατά της Καλιφόρνια για τους περιορισμούς στις πωλήσεις πιστολιών τύπου Glock.

Επιστροφή στο καθεστώς πριν από τον Μπάιντεν

Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι πολλές από τις αλλαγές δεν εισάγουν νέο καθεστώς, αλλά επαναφέρουν τους κανόνες που ίσχυαν πριν από την ανάληψη της προεδρίας από τον Τζο Μπάιντεν το 2021.

Μετά από σειρά πολύνεκρων μαζικών επιθέσεων με πυροβόλα όπλα, η προηγούμενη κυβέρνηση είχε προωθήσει σημαντική αυστηροποίηση της νομοθεσίας, τερματίζοντας σχεδόν τρεις δεκαετίες πολιτικής αδράνειας στο ζήτημα του ελέγχου των όπλων.

Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν χρησιμοποίησε κανονιστικές αποφάσεις, για να περιορίσει δικαιώματα που προστατεύονται από τη Δεύτερη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, παρακάμπτοντας το Κογκρέσο.

Αλλαγές σε ολόκληρη την ομοσπονδιακή διοίκηση

Οι παρεμβάσεις δεν περιορίζονται μόνο στην ATF. Το Υπουργείο Υποθέσεων Βετεράνων έχει ήδη καταργήσει τον αυτόματο αποκλεισμό από την αγορά όπλων για βετεράνους που χρειάζονται οικονομικό διαχειριστή, ενώ αφαιρούνται αντίστοιχες καταχωρίσεις από τις βάσεις δεδομένων του FBI.

Παράλληλα, το Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών περιέκοψε τη χρηματοδότηση ερευνών για την πρόληψη της ένοπλης βίας, ενώ η Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ εξετάζει την άρση της σχεδόν εκατονταετούς απαγόρευσης αποστολής πιστολιών μέσω ταχυδρομείου.

Αναλύσεις της ίδιας της ATF προειδοποιούν για κινδύνους

Παρότι η ATF υπερασπίζεται τις αλλαγές, οι ίδιες οι αναλύσεις κόστους-οφέλους που συνοδεύουν τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αναγνωρίζουν ότι ορισμένες ενδέχεται να αυξήσουν τους κινδύνους για τη δημόσια ασφάλεια.

Σε μία από τις αξιολογήσεις επισημαίνεται ότι η διεύρυνση της δυνατότητας οπλοκατοχής για ορισμένα άτομα με ιστορικό ψυχικής ασθένειας θα μπορούσε να έχει από περιορισμένες έως ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες, ακόμη και να αυξήσει τον κίνδυνο μαζικών περιστατικών με πολλά θύματα.

Αντίστοιχα, στην αξιολόγηση για την κατάργηση των αυστηρότερων περιορισμών στα stabilizing braces αναφέρεται ότι η ευκολότερη διάθεση αυτών των εξαρτημάτων μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερα εύκολα αποκρύψιμα, αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνα όπλα.

Η ίδια η υπηρεσία εκτιμά επίσης, ότι με το νέο πλαίσιο οι ανακλήσεις αδειών εμπόρων όπλων θα μειωθούν σημαντικά, τόσο λόγω των αυστηρότερων νομικών προϋποθέσεων, όσο και εξαιτίας της αλλαγής των προτεραιοτήτων στην επιβολή της νομοθεσίας.

Έντονη αντιπαράθεση

Οργανώσεις υπέρ του ελέγχου των όπλων υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές αποδυναμώνουν σημαντικά την εποπτεία της αγοράς και ενδέχεται να οδηγήσουν σε αύξηση της ένοπλης βίας τα επόμενα χρόνια. Επισημαίνουν επίσης ότι τα μέτρα της κυβέρνησης Μπάιντεν συνέβαλαν, μαζί με άλλους παράγοντες, στη μείωση των ανθρωποκτονιών μετά την κορύφωση της εγκληματικότητας κατά την περίοδο της πανδημίας.

Εκπρόσωποι της βιομηχανίας όπλων υποστηρίζουν ότι οι νέοι κανόνες προσφέρουν μεγαλύτερη σαφήνεια στις επιχειρήσεις και μειώνουν το διοικητικό βάρος που είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Οργανώσεις που υπερασπίζονται τα δικαιώματα οπλοκατοχής, θεωρούν ότι οι αλλαγές δεν προχωρούν αρκετά, ζητώντας την πλήρη κατάργηση και άλλων περιορισμών που εξακολουθούν να ισχύουν από προηγούμενες κυβερνήσεις.

Με πολλές από τις νέες ρυθμίσεις να βρίσκονται ακόμη σε στάδιο διαβούλευσης πριν τεθούν σε εφαρμογή, η αντιπαράθεση γύρω από την οπλοκατοχή αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα πολιτικά ζητήματα της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ.

Διαβαστε επισης