Σε στρατηγικό και πολιτικό αδιέξοδο οδηγεί τον Ντόναλντ Τραμπ η κατάρρευση της εκεχειρίας ΗΠΑ - Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος και με αυξανόμενες πιέσεις από το Κογκρέσο, για το αν διαθέτει τη νόμιμη εξουσιοδότηση να συνεχίσει τις εχθροπραξίες.
Ούτε η στρατιωτική πίεση, ούτε οι διπλωματικές πρωτοβουλίες έχουν αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδίωκε ο Λευκός Οίκος. Η εκεχειρία που ο ίδιος ο Τραμπ είχε παρουσιάσει ως σημαντική επιτυχία, κατέρρευσε μέσα σε λίγες ημέρες, αφήνοντας την αμερικανική στρατηγική χωρίς σαφή οδικό χάρτη για την επόμενη ημέρα.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς η νέα κλιμάκωση συμπίπτει με έντονες ανησυχίες στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών για τις οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης και το πολιτικό κόστος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του φθινοπώρου. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και οι πιέσεις στις χρηματιστηριακές αγορές επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα του κόστους μιας παρατεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής.
Παράλληλα, ο ίδιος ο Τραμπ εμφανίζεται να υποβαθμίζει πλέον τη σημασία της εκεχειρίας, δηλώνοντας σε ραδιοφωνική συνέντευξη ότι τέτοιες συμφωνίες «δεν σημαίνουν και πολλά», χωρίς όμως να παρουσιάζει κάποια νέα στρατηγική για τον τερματισμό της κρίσης.
Το Κογκρέσο ζητά αποφάσεις
Ο Τραμπ ενημέρωσε επισήμως το Κογκρέσο, ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν επανεκκινήσει, παραδεχόμενος ότι οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποιούν εκ νέου επιθέσεις εναντίον στόχων στο Ιράν. Στην επιστολή του κάνει λόγο για «περιορισμένα» και «στοχευμένα» πλήγματα σε εγκαταστάσεις εκτόξευσης πυραύλων, αντιαεροπορικά συστήματα, ναυτικές υποδομές, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κέντρα διοίκησης.
Την ίδια ώρα, όμως, τόσο η Βουλή των Αντιπροσώπων, όσο και η Γερουσία έχουν εγκρίνει ξεχωριστά ψηφίσματα, βάσει του War Powers Act, ζητώντας από τον πρόεδρο είτε να τερματίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις, είτε να ζητήσει ρητή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο για τη συνέχισή τους.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να απορρίπτει αυτή την ερμηνεία του νόμου, υποστηρίζοντας –όπως και αρκετοί προκάτοχοί του– ότι ο πρόεδρος διαθέτει την εξουσία να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς προηγούμενη έγκριση του νομοθετικού σώματος. Ωστόσο, η πίεση αυξάνεται όσο η σύγκρουση παρατείνεται χωρίς εμφανή διέξοδο.
Τη Δευτέρα οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις πραγματοποίησαν τρίτη συνεχόμενη νύχτα αεροπορικών επιδρομών, ενώ ο Τραμπ προανήγγειλε ακόμη πιο σκληρά πλήγματα, δηλώνοντας ότι οι επιθέσεις θα συνεχιστούν και αφήνοντας ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο βομβαρδισμού της οχυρωμένης εγκατάστασης Pickaxe Mountain, κοντά στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Νατάνζ.
Παρά τη νέα κλιμάκωση, δεν υπάρχουν ενδείξεις πως οι συνεχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταβάλλουν ουσιαστικά τη στάση της Τεχεράνης. Αντίθετα, ακόμη και οι 38 ημέρες έντονων βομβαρδισμών που προηγήθηκαν, δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια βιώσιμη πολιτική λύση.
Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Τραμπ υποβαθμίζει πλέον τη σημασία της συμφωνίας εκεχειρίας, την οποία ο Λευκός Οίκος χαρακτήριζε πρόσφατα «ιστορική εξέλιξη», αποτυπώνει το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η αμερικανική στρατηγική.
Τα Στενά του Ορμούζ ανοίγουν νέο μέτωπο αντιδράσεων
Σε μια ακόμη κίνηση που προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις, ο Τραμπ ανακοίνωσε την επαναφορά του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και γνωστοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα επιβάλλουν τέλος ύψους 20% σε όλα τα φορτία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, υποστηρίζοντας ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να αποζημιώνεται για το κόστος της ασφάλειας στην περιοχή.
Η απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πάγια θέση της ίδιας του της κυβέρνησης. Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υποστήριζε ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει τέλη διέλευσης σε διεθνή θαλάσσια οδό, όταν η Τεχεράνη απειλούσε να πράξει το ίδιο.
Η νέα στάση της Ουάσιγκτον προκάλεσε επικρίσεις από αναλυτές και διεθνείς οργανισμούς. Ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός του ΟΗΕ επανέλαβε ότι η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να παραμένει ελεύθερη από τέλη και χρεώσεις, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Παράλληλα, η Τεχεράνη αξιοποίησε την αλλαγή στάσης, για να κατηγορήσει την Ουάσιγκτον για υποκρισία, ενώ οι αγορές αντέδρασαν άμεσα, με τις τιμές του πετρελαίου να ενισχύονται και τα χρηματιστήρια να υποχωρούν, εντείνοντας τις ανησυχίες για τις οικονομικές συνέπειες της κρίσης.
Όλα αυτά συνθέτουν μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση για τον Αμερικανό πρόεδρο: η στρατιωτική πίεση δεν έχει αποδώσει, η διπλωματία έχει βαλτώσει και πλέον κάθε επόμενο βήμα συνοδεύεται από αυξανόμενο πολιτικό και θεσμικό κόστος, καθώς το Κογκρέσο διεκδικεί ενεργότερο ρόλο στις αποφάσεις για τη συνέχιση του πολέμου.