Διεθνή

Μ. Ανατολή: Ο Τραμπ ενέκρινε την ανάπτυξη πυρηνικών στη Σαουδική Αραβία


Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έδωσε το «πράσινο φως» για μια συμφωνία που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τις πυρηνικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, εγκρίνοντας την ανάπτυξη του πυρηνικού ενεργειακού προγράμματος της Σαουδικής Αραβίας με καθοριστική συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών.

Η συμφωνία, με διάρκεια 30 ετών και εκτιμώμενη αξία δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, προβλέπει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατασκευή των πυρηνικών εγκαταστάσεων του βασιλείου.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει τη διείσδυση ανταγωνιστών, όπως η Ρωσία και η Κίνα, σε έναν ιδιαίτερα στρατηγικό τομέα.

Το κρίσιμο ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου

Το πιο ευαίσθητο σημείο της συμφωνίας αφορά το ενδεχόμενο δημιουργίας μονάδας εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο, η σχετική απόφαση δεν θα ληφθεί άμεσα. Προβλέπεται διετής κοινή μελέτη ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας, η οποία θα αξιολογήσει κατά πόσο μια τέτοια εγκατάσταση είναι τεχνικά, οικονομικά και ενεργειακά αναγκαία.

Εφόσον η εισήγηση είναι θετική, η μονάδα θα κατασκευαστεί από αμερικανικές εταιρείες και θα λειτουργεί με καθεστώς «black box», χωρίς πρόσβαση των Σαουδαράβων στην κρίσιμη τεχνογνωσία του εμπλουτισμού. Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, το μοντέλο αυτό θα επιτρέπει τον έλεγχο της χρήσης του πυρηνικού καυσίμου και θα μειώνει τον κίνδυνο στρατιωτικής αξιοποίησής του.

Αντίθετα, εάν η μελέτη καταλήξει ότι δεν απαιτείται τέτοια υποδομή, το Ριάντ θα δεσμευτεί να μην αναπτύξει δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου, ούτε μόνο του ούτε με τη βοήθεια άλλης χώρας, για διάστημα δέκα ετών.

Η συμφωνία περνά από το Κογκρέσο

Το κείμενο αναμένεται να υπογραφεί από τον Αμερικανό υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ και τον Σαουδάραβα υπουργό Ενέργειας, πρίγκιπα Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν, πριν κατατεθεί στο αμερικανικό Κογκρέσο, όπου αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Παρότι δεν αποκλείονται αντιδράσεις, η ανατροπή της συμφωνίας θεωρείται δύσκολη, καθώς για την υπέρβαση ενδεχόμενου προεδρικού βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία.

Τα επιχειρήματα υπέρ της συμφωνίας

Οι υποστηρικτές του σχεδίου υποστηρίζουν ότι η συμμετοχή των ΗΠΑ αποτελεί την ασφαλέστερη λύση, καθώς διασφαλίζει αυστηρότερη εποπτεία του σαουδαραβικού πυρηνικού προγράμματος και περιορίζει τον κίνδυνο μετατροπής του σε στρατιωτικό.

Εκτιμούν επίσης ότι η συμφωνία θα δώσει νέα ώθηση στην αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, θα ενισχύσει τη στρατηγική συνεργασία Ουάσιγκτον–Ριάντ και θα περιορίσει την επιρροή της Ρωσίας και της Κίνας στην αγορά πυρηνικής ενέργειας της Μέσης Ανατολής.

Μεγάλος κερδισμένος αναμένεται να είναι ο αμερικανικός όμιλος Westinghouse Electric, ο οποίος διεκδικεί την κατασκευή αντιδραστήρων τύπου AP1000. Κάθε αντιδραστήρας μπορεί να παράγει περίπου 1.100 MW ηλεκτρικής ισχύος, ποσότητα που επαρκεί για την ηλεκτροδότηση μιας μεσαίου μεγέθους πόλης ή μεγάλων κέντρων δεδομένων Τεχνητής Νοημοσύνης.

Η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει ότι το πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα και εντάσσεται στη στρατηγική διαφοροποίησης του ενεργειακού της μείγματος, ώστε να μειώσει την εγχώρια κατανάλωση πετρελαίου και να αυξήσει τις εξαγωγές της.

Οι ανησυχίες για νέα πυρηνική κούρσα

Οι επικριτές της συμφωνίας εκφράζουν φόβους ότι η παραχώρηση δυνατότητας εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία μπορεί να πυροδοτήσει μια νέα κούρσα πυρηνικών προγραμμάτων στη Μέση Ανατολή, ωθώντας χώρες όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να επανεξετάσουν τις δικές τους στρατηγικές.

Πρόσθετο σημείο τριβής αποτελεί το γεγονός ότι το Ριάντ δεν έχει αποδεχθεί το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), το οποίο προβλέπει αυστηρότερους και πιο εκτεταμένους ελέγχους στις πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι οι όροι της διμερούς συμφωνίας επαρκούν για την παρακολούθηση των εγκαταστάσεων που θα κατασκευαστούν με αμερικανική τεχνολογία. Αντίθετα, οργανώσεις που δραστηριοποιούνται υπέρ της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων θεωρούν ότι οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί ελέγχου ενδέχεται να μην επαρκούν για τον εντοπισμό πιθανών μυστικών δραστηριοτήτων.

Διαφορετική από τη συμφωνία με τα ΗΑΕ το 2009

Σε αντίθεση με τη συμφωνία που είχαν υπογράψει οι ΗΠΑ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το 2009, η νέα συμφωνία αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου. Στην περίπτωση των ΗΑΕ, η χώρα δεσμεύτηκε να μην παράγει δικό της πυρηνικό καύσιμο και να αποδεχθεί αυστηρούς διεθνείς περιορισμούς.

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της συνεχιζόμενης έντασης γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ επιμένουν ότι στόχος τους είναι να αποτρέψουν την Τεχεράνη από την απόκτηση πυρηνικού όπλου, κάτι που η ιρανική πλευρά εξακολουθεί να διαψεύδει.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, είχε δηλώσει ήδη από το 2018 πως η χώρα του δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, προειδοποιώντας όμως ότι «αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνική βόμβα, η Σαουδική Αραβία θα ακολουθήσει το ίδιο παράδειγμα το συντομότερο δυνατό».

Διαβαστε επισης