Τη στρατηγική για τη διαδοχή της επόμενης γενιάς κομματικών στελεχών, χωρίς να διακυβεύεται η προσωπική του κυριαρχία, φαίνεται να διαμορφώνει ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, αναθέτοντας κρίσιμο ρόλο στον στενότερο συνεργάτη του, Κάι Τσι. Ο ισχυρός άνδρας του εσωτερικού κύκλου του Κινέζου ηγέτη καλείται να εποπτεύσει την επιλογή των αυριανών αξιωματούχων, διασφαλίζοντας ότι θα είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένοι με τη γραμμή του Πεκίνου.
Καθώς ο Σι Τζινπίνγκ προετοιμάζεται να εξασφαλίσει μια τέταρτη πενταετή θητεία στο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, στα τέλη του επόμενου έτους, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα διαχρονικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλοί ηγέτες με πολυετή παραμονή στην εξουσία: πώς θα ανανεώσει την ηγετική ομάδα του κόμματος χωρίς να δημιουργήσει πιθανούς διεκδικητές της εξουσίας.
Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή τη διαδικασία αναδεικνύεται ο 70χρονος Κάι Τσι, ο οποίος θεωρείται σήμερα ο πιο ισχυρός συνεργάτης του Σι και ένας από τους ελάχιστους αξιωματούχους που απολαμβάνουν την απόλυτη εμπιστοσύνη του.
Ο Κάι Τσι συνοδεύει σχεδόν διαρκώς τον Κινέζο πρόεδρο και έχει συγκεντρώσει σειρά από νευραλγικά αξιώματα. Εκτελεί ουσιαστικά χρέη επικεφαλής του επιτελείου του Σι, ενώ διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας και στη λειτουργία του Γενικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος, που διαχειρίζεται την καθημερινή λειτουργία της κορυφής της κινεζικής ηγεσίας.
Πρόσφατα ανέλαβε και την προεδρία της Κεντρικής Κομματικής Σχολής, του κορυφαίου εκπαιδευτικού ιδρύματος που προετοιμάζει τα ανερχόμενα στελέχη του κόμματος. Παράλληλα, επιβλέπει νέα εκστρατεία ιδεολογικής πειθαρχίας και ενίσχυσης της πίστης στις πολιτικές του Σι.
Η ανάληψη αυτών των καθηκόντων ερμηνεύεται από αναλυτές ως ένδειξη ότι ο Κάι θα έχει καθοριστικό λόγο στην αξιολόγηση και επιλογή των νέων ανώτατων στελεχών που θα στελεχώσουν την κινεζική ηγεσία τα επόμενα χρόνια.
«Η φωνή του Σι»
Σύμφωνα με ειδικούς στην κινεζική πολιτική, ελάχιστοι αξιωματούχοι μπορούν να εκφράζουν με ακρίβεια τις προθέσεις του Σι Τζινπίνγκ. Η θέση του Κάι στην Κεντρική Κομματική Σχολή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς του επιτρέπει να προετοιμάζει τις αξιολογήσεις των υποψήφιων στελεχών που θα τεθούν υπόψη του Κινέζου προέδρου, επηρεάζοντας ουσιαστικά τη σύνθεση της επόμενης γενιάς της κομματικής ελίτ.
Η δημόσια εικόνα του Κάι Τσι δεν ήταν πάντοτε αυτή του αυστηρού κομματικού αξιωματούχου. Τη δεκαετία του 1990 και του 2000, όταν υπηρετούσε στις επαρχίες Φουτζιάν και Τζετζιάνγκ —όπου συνεργάστηκε στενά με τον Σι— είχε αποκτήσει τη φήμη προσιτού και σχετικά φιλελεύθερου στελέχους.
Το 2012 επισκέφθηκε την Ταϊβάν και δημοσίευσε ταξιδιωτικό ημερολόγιο, στο οποίο εξήρε ακόμη και την ευκολία που προσέφεραν τα καταστήματα ψιλικών της νήσου. Διατηρούσε επίσης ιδιαίτερα δημοφιλή λογαριασμό στην πλατφόρμα Weibo, μέσω του οποίου απαντούσε σε παράπονα πολιτών και προωθούσε μια εικόνα μεγαλύτερης διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση.
Ωστόσο, μετά τη μετακίνησή του στο Πεκίνο με απόφαση του Σι, η στάση του άλλαξε αισθητά. Διέγραψε τον λογαριασμό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς εκφραστές της σκληρής γραμμής του Κινέζου προέδρου.
Το 2014 συνέβαλε στη δημιουργία της ισχυρής Κεντρικής Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας, η οποία διεύρυνε σημαντικά τον κρατικό έλεγχο σε ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας.
Η εκστρατεία στο Πεκίνο
Το 2017, ως δήμαρχος και κομματικός γραμματέας του Πεκίνου, ηγήθηκε μεγάλης επιχείρησης απομάκρυνσης εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών χαμηλού εισοδήματος από την κινεζική πρωτεύουσα, με επίσημη αιτιολογία την ασφάλεια των κατοικιών.
Η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και δημόσιες εκκλήσεις για την παραίτησή του, ενώ σε ομιλία του προς κομματικά στελέχη χρησιμοποίησε πολεμική ρητορική, καλώντας τους αξιωματούχους να επιβάλουν τα μέτρα χωρίς δισταγμό.
Το 2022 ο Σι προήγαγε τον Κάι στο επταμελές Μόνιμο Πολιτικό Γραφείο, το ανώτατο όργανο εξουσίας της Κίνας, ενώ του ανέθεσε και τη διεύθυνση του Γενικού Γραφείου του Κόμματος, καθιστώντας τον υπεύθυνο για τον συντονισμό των συναντήσεων, της ασφάλειας, των μετακινήσεων και της καθημερινής λειτουργίας της ανώτατης ηγεσίας.
Επισήμως συμμετέχει επίσης στη χάραξη πολιτικής κυβερνοασφάλειας και κατέχει θέση αναπληρωτή επικεφαλής της Κεντρικής Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας, ενός οργάνου που λειτουργεί με ιδιαίτερη μυστικότητα.
Η επιρροή του έγινε εμφανής ακόμη και κατά την επίσημη επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στο Πεκίνο τον περασμένο Μάιο, όταν ήταν ο πρώτος αξιωματούχος που παρουσίασε ο Σι κατά την τελετή υποδοχής.
Η ανανέωση της ηγεσίας χωρίς διάδοχο
Το 2018 ο Σι Τζινπίνγκ κατήργησε το συνταγματικό όριο των προεδρικών θητειών, ανοίγοντας τον δρόμο για παραμονή του στην εξουσία επ' αόριστον. Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι δεν πρόκειται να ορίσει διάδοχο στο άμεσο μέλλον, καθώς επιδιώκει να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο του πολιτικού συστήματος.
Παρ' όλα αυτά, η ανανέωση της ηγετικής ομάδας θεωρείται αναπόφευκτη. Εφόσον εφαρμοστεί το άτυπο ηλικιακό όριο αποχώρησης στα 68 έτη, περισσότεροι από τα δύο τρίτα των περίπου 200 μελών της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος θα αποχωρήσουν μετά το συνέδριο του επόμενου έτους.
Η διαδικασία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τις εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στις τάξεις του κινεζικού στρατού, όπου αρκετοί ανώτατοι αξιωματικοί που είχαν προαχθεί προσωπικά από τον Σι απομακρύνθηκαν με κατηγορίες για διαφθορά ή έλλειψη πίστης προς την ηγεσία.
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι εξελίξεις αυτές θα οδηγήσουν τον Κινέζο πρόεδρο σε ακόμη αυστηρότερο έλεγχο των υποψηφίων που θα στελεχώσουν τη νέα κομματική ηγεσία, με τον Κάι Τσι να αναλαμβάνει τον ρόλο του ανθρώπου που θα λειτουργεί ως «τα μάτια και τα αυτιά» του Σι στην επιλογή των στελεχών που θα διαμορφώσουν την κινεζική εξουσία της επόμενης δεκαετίας.