Διεθνή

Κίνα: Οι κρυφές πολιτικές πίσω από το φαινόμενο των εξαγωγών - Και το κόστος τους


Πίσω από την εκρηκτική άνοδο των κινεζικών εξαγωγών κρύβεται ένας συνδυασμός κρατικών πολιτικών που κρατά ανταγωνιστικές τις τιμές των προϊόντων: ένα ασθενές γουάν και τεράστιες επιστροφές φόρων στις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Η στρατηγική στηρίζει έναν από τους λίγους ισχυρούς κινητήρες της κινεζικής οικονομίας, αλλά έχει σημαντικό κόστος στο εσωτερικό και προκαλεί αυξανόμενες αντιδράσεις στην Ευρώπη.

Η Κίνα διατηρεί την εξαγωγική της μηχανή σε υψηλές στροφές, ενώ η εγχώρια οικονομία δυσκολεύεται από την κρίση στην αγορά ακινήτων και την υποτονική κατανάλωση. Το γουάν βρίσκεται περισσότερο από 14% χαμηλότερα σε όρους πραγματικής, προσαρμοσμένης στον πληθωρισμό αξίας σε σχέση με τις αρχές του 2022, καθιστώντας τα κινεζικά προϊόντα φθηνότερα στις διεθνείς αγορές. Την ίδια περίοδο, το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας σχεδόν διπλασιάστηκε.

Στο πλεονέκτημα της ισοτιμίας προστίθεται ένα τεράστιο φορολογικό εργαλείο. Το 2025 η Κίνα επέστρεψε στις εξαγωγικές επιχειρήσεις 318,2 δισ. δολάρια από τον φόρο προστιθέμενης αξίας, ποσό που αντιστοιχεί στο 1,5% της οικονομίας της χώρας. Παράλληλα, το Πεκίνο στηρίζει τη βιομηχανία με επιδοτήσεις και φθηνά δάνεια. Για τους Ευρωπαίους εμπορικούς εταίρους, όμως, το αποτέλεσμα είναι μια πλημμύρα φθηνών κινεζικών προϊόντων και ένα εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα που ξεπερνά το 1,1 δισ. δολάρια την ημέρα.

Το δίλημμα του Πεκίνου

Η πολιτική αυτή δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα. Ένα ισχυρότερο γουάν θα έκανε φθηνότερο το πετρέλαιο και άλλες εισαγωγές για τους Κινέζους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, ενώ μια περικοπή των επιστροφών φόρου θα ενίσχυε τα δημόσια έσοδα. Όμως και τα δύο μέτρα θα μπορούσαν να πλήξουν τις εξαγωγές, έναν από τους ελάχιστους τομείς που εξακολουθούν να στηρίζουν την ανάπτυξη και τον στόχο του Πεκίνου για ρυθμό 4,5%-5%.

Η εξάρτηση από τις εξαγωγές έχει γίνει ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η αγορά ακινήτων έχει καταρρεύσει και η εσωτερική ζήτηση παραμένει αδύναμη. Οι τιμές των υφιστάμενων κατοικιών έχουν υποχωρήσει περίπου 40% από το καλοκαίρι του 2021, περιορίζοντας τον πλούτο των νοικοκυριών και την προθυμία τους να καταναλώσουν. Στη Guangzhou, καρδιά της κινεζικής βιομηχανίας ενδυμάτων, εργαζόμενοι περιμένουν ακόμη και ώρες για μια ημερήσια δουλειά ραψίματος, που αποφέρει μόλις 45-60 δολάρια. Σύμφωνα με επιχειρηματίες της περιοχής, η δραστηριότητα έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά ένα τρίτο σε σχέση με πέρυσι και σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν στο μισό.

Η κατάσταση αυτή εξηγεί γιατί το Πεκίνο διστάζει να αφήσει το γουάν να ενισχυθεί σημαντικά. Η πτώση του νομίσματος ξεκίνησε ουσιαστικά μετά τα αυστηρά lockdown στην Κίνα το 2022, όταν η εμπιστοσύνη των καταναλωτών κατέρρευσε και επιχειρήσεις και νοικοκυριά άρχισαν να μεταφέρουν αποταμιεύσεις εκτός χώρας. Το γουάν υποχώρησε περίπου 20% σε μια πολυετή πορεία, ενώ έκτοτε έχει ανακάμψει μόνο εν μέρει.

Η Ευρώπη πληρώνει το τίμημα

Καθώς το Πεκίνο οδεύει προς νέο ιστορικό ρεκόρ εμπορικού πλεονάσματος, πιθανώς αντίστοιχο ή μεγαλύτερο από τα 1,19 τρισ. δολάρια του 2025, οι εμπορικοί εταίροι της χώρας εντείνουν τις πιέσεις. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, σύμφωνα με τους New York Times, προσέρχονται στις συνομιλίες με το Πεκίνο ζητώντας πιο ισορροπημένες εμπορικές σχέσεις. Ο πρέσβης της ΕΕ στην Κίνα, Κάσπαρ Φέλντκαμπ, έχει προειδοποιήσει ότι η σημερινή κατάσταση «δεν είναι βιώσιμη».

Οι κινεζικές εξαγωγικές επιδόσεις, ωστόσο, δεν οφείλονται αποκλειστικά στο γουάν και στις φορολογικές επιστροφές. Οι επιχειρήσεις της χώρας έχουν εξελιχθεί σε παγκόσμιους ανταγωνιστές σε κλάδους όπως οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τα φωτοβολταϊκά, ενώ ο σκληρός ανταγωνισμός στο εσωτερικό τις έχει ωθήσει σε διαρκή μείωση κόστους και τιμών. Ορισμένοι οικονομολόγοι, όμως, υποστηρίζουν ότι οι εξαιρετικά χαμηλές τιμές αντανακλούν και την πίεση που δέχονται οι μισθοί και τα περιθώρια κέρδους των κινεζικών επιχειρήσεων.

Το Πεκίνο έχει ήδη ανακοινώσει ότι από την επόμενη χρονιά θα καταργήσει τις φορολογικές επιστροφές για τους εξαγωγείς μπαταριών, ενώ Κινέζοι οικονομολόγοι ζητούν ευρύτερη αναθεώρηση του συστήματος. Οι επιστροφές αντιστοιχούσαν πριν από την πανδημία περίπου στο ένα δέκατο των φορολογικών εσόδων της χώρας· σήμερα πλησιάζουν το ένα όγδοο, σε μια περίοδο κατά την οποία τα δημόσια οικονομικά πιέζονται από τις συνέπειες της στεγαστικής κρίσης.

Η μείωση των επιστροφών φόρου θα μπορούσε, σύμφωνα με τον πρώην διευθυντή της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Κίνα Μπερτ Χόφμαν, να είναι πιο αποτελεσματική από μια ανατίμηση του γουάν, καθώς θα απελευθέρωνε πόρους για εσωτερικές προτεραιότητες, όπως η υγεία και η παιδεία. Όμως, ακριβώς εδώ βρίσκεται η δυσκολία για το Πεκίνο: η πολιτική που επιδοτεί έμμεσα την εξαγωγική μηχανή, στερεί πόρους από την εσωτερική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα η διατήρηση των εξαγωγών θεωρείται αναγκαία για να μην επιβραδυνθεί ακόμη περισσότερο η ανάπτυξη.

Το κινεζικό εξαγωγικό πλεόνασμα δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της βιομηχανικής ισχύος της χώρας, αλλά και προϊόν μιας οικονομικής ισορροπίας που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθεί: φθηνό νόμισμα και φορολογικά κίνητρα κρατούν τις κινεζικές επιχειρήσεις ανταγωνιστικές στο εξωτερικό, αλλά επιβαρύνουν τα δημόσια έσοδα, αυξάνουν το κόστος των εισαγωγών και εντείνουν τις εμπορικές αντιδράσεις. Όσο η εγχώρια ζήτηση παραμένει αδύναμη, το Πεκίνο καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη στήριξη της εξαγωγικής του μηχανής και σε μια δύσκολη στροφή προς ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης.

Διαβαστε επισης