Φόρο 26% επί των υπεραξιών από χρηματοοικονομικές επενδύσεις, ακόμη και αν αυτές δεν έχουν ρευστοποιηθεί, σχεδιάζει να επιβάλει η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι σε εύπορους φορολογικούς κατοίκους που μεταφέρουν την κατοικία τους εκτός Ιταλίας από το 2027.
Η πρόταση περιλαμβάνεται στο σχέδιο του προϋπολογισμού και αφορά όσους διαθέτουν χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα αξίας τουλάχιστον 800.000 ευρώ, προκαλώντας ήδη ανησυχία στους συμβούλους διαχείρισης ιδιωτικού πλούτου.
Το μέτρο, που περιγράφεται ως «φόρος εξόδου» (exit tax), αποσκοπεί στη φορολόγηση των κερδών που έχουν συσσωρευθεί όσο ο φορολογούμενος ήταν κάτοικος Ιταλίας, αλλά δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί μέσω πώλησης των αντίστοιχων επενδύσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να αποτρέψει τη μεταφορά φορολογικής κατοικίας σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς, προκειμένου οι επενδυτές να αποφύγουν την καταβολή φόρου επί των υπεραξιών που δημιουργήθηκαν στην Ιταλία.
Η ρύθμιση προβλέπεται να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2027 και θα αφορά φυσικά πρόσωπα που έχουν υπάρξει φορολογικοί κάτοικοι Ιταλίας για τουλάχιστον έξι από τα δέκα φορολογικά έτη πριν από τη μεταφορά της κατοικίας τους στο εξωτερικό. Στο πεδίο εφαρμογής περιλαμβάνονται επίσης απλές εταιρικές μορφές και μη εμπορικοί οργανισμοί που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις.
Ο φόρος δεν επιβάλλεται στο σύνολο της περιουσίας των ενδιαφερομένων, αλλά στην υπεραξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων. Η φορολογητέα βάση προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της αξίας των τίτλων κατά το τέλος του έτους που προηγείται της μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας και του αρχικού κόστους κτήσης τους. Στη διαφορά αυτή εφαρμόζεται ο συντελεστής 26%.
Για τους ιταλικούς κρατικούς τίτλους προβλέπεται ειδική μεταχείριση, καθώς στη φορολογητέα βάση θα υπολογίζεται το 48,08% της υπεραξίας, με αποτέλεσμα ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής να διαμορφώνεται στο 12,5%. Η καταβολή του φόρου προβλέπεται να γίνεται εντός 180 ημερών από τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας.
Δυνατότητα αναβολής της πληρωμής
Το σχέδιο προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα αναβολής της καταβολής του φόρου μέχρι την πώληση των περιουσιακών στοιχείων. Η δυνατότητα αυτή αφορά όσους μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε χώρα με την οποία η Ιταλία διαθέτει συμφωνία φορολογικής συνεργασίας.
Για να εξασφαλίσουν την αναβολή, οι φορολογούμενοι θα πρέπει να καταβάλουν προκαταβολικά το 50% του φόρου και να προσκομίσουν την απαιτούμενη εγγύηση. Η περίοδος αναβολής μπορεί να φθάσει έως τις πέντε φορολογικές χρήσεις για μετακινήσεις εντός της ΕΕ και έως τις δέκα φορολογικές χρήσεις για τις υπόλοιπες χώρες που πληρούν τις προϋποθέσεις.
Εάν τα περιουσιακά στοιχεία δεν πωληθούν μέσα στο προβλεπόμενο διάστημα, εάν μεταβιβαστούν λόγω κληρονομικής διαδοχής ή εάν ο φορολογούμενος επιστρέψει μόνιμα στην Ιταλία, ο φόρος δεν θα καθίσταται απαιτητός και τα ποσά που έχουν καταβληθεί ως προκαταβολή θα επιστρέφονται, σύμφωνα με τους όρους της ρύθμισης.
Αντιδράσεις για τον κίνδυνο φυγής κεφαλαίων
Η πρόταση έχει προκαλέσει προβληματισμό σε δικηγόρους και συμβούλους που ειδικεύονται στη διαχείριση ιδιωτικού πλούτου. Όπως προειδοποιούν, η επιβολή φόρου στις μη πραγματοποιηθείσες υπεραξίες ενδέχεται να περιορίσει την ελκυστικότητα της Ιταλίας ως προορισμού για εύπορους επενδυτές, αλλά και για επαγγελματίες υψηλής εξειδίκευσης που εξετάζουν τη μετεγκατάστασή τους.
Οι αντιδράσεις συνδέονται και με το γεγονός ότι η Ιταλία τα προηγούμενα χρόνια είχε επιχειρήσει να προσελκύσει εύπορους ξένους φορολογικούς κατοίκους, προσφέροντας ειδικά φορολογικά κίνητρα. Η νέα ρύθμιση δημιουργεί, σύμφωνα με τους επικριτές της, αβεβαιότητα όχι μόνο για όσους σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν τη χώρα, αλλά και για εκείνους που εξετάζουν το ενδεχόμενο να εγκατασταθούν σε αυτήν, καθώς καλούνται να συνυπολογίσουν και το κόστος μιας μελλοντικής αποχώρησης.
Οι εκτιμήσεις για τα δημοσιονομικά έσοδα είναι σχετικά περιορισμένες. Σύμφωνα με την τεχνική έκθεση που συνοδεύει το σχέδιο, τα έσοδα αναμένεται να ανέλθουν σε περίπου 3,37 εκατ. ευρώ το 2027 και σε 6,74 εκατ. ευρώ ετησίως από το 2028 έως και το 2031. Από το 2032 προβλέπονται επιστροφές φόρου, με το καθαρό ετήσιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα να υπολογίζεται εκ νέου σε περίπου 3,37 εκατ. ευρώ.
Η πρόταση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των φορολογικών παρεμβάσεων της κυβέρνησης Μελόνι, ωστόσο δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Το σχέδιο του προϋπολογισμού θα εξεταστεί από το ιταλικό κοινοβούλιο, όπου ενδέχεται να υπάρξουν τροποποιήσεις πριν από την τελική έγκρισή του.