Διεθνή

Νετανιάχου ή Άιζενκοτ; Ο Χέρτσογκ κρατάει τα κλειδιά της εξουσίας στο Ισραήλ


Σε καθοριστικό παράγοντα για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης του Ισραήλ αναδεικνύεται ο πρόεδρος της χώρας, Ισαάκ Χέρτσογκ, μετά το αδιέξοδο των πρόσφατων εκλογών, καλούμενος να αποφασίσει ποιος θα πάρει την πρώτη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αξιοποιώντας τα περιθώρια χειρισμών που του δίνει ο νόμος και τις διαπραγματευτικές του ικανότητες.

Εδώ και πέντε χρόνια ο Χέρτσογκ έχει επιδιώξει να διατηρήσει έναν συναινετικό ρόλο, αποφεύγοντας τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και επιχειρώντας να γεφυρώσει τα ρήγματα σε μια βαθιά διχασμένη κοινωνία. Τώρα, όμως, καλείται να λάβει μια απόφαση που αναπόφευκτα θα δυσαρεστήσει τη μία από τις δύο πλευρές. Η επιλογή του προσώπου που θα αναλάβει την πρώτη προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Ο πρόεδρος έχει τη δυνατότητα να αναθέσει την εντολή είτε στον επικεφαλής του κόμματος που συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους, είτε σε εκείνον που θεωρεί ότι έχει τις καλύτερες πιθανότητες να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Καθώς η νομοθεσία δεν προσδιορίζει με απόλυτη σαφήνεια τα κριτήρια, ο Χέρτσογκ διαθέτει σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας.

Οι αριθμοί και τα δύσκολα σενάρια

Από σήμερα,Τετάρτη, οι εκπρόσωποι των 11 κομμάτων που εκλέχθηκαν στη νέα Κνεσέτ θα περάσουν από την προεδρική κατοικία στην Ιερουσαλήμ, προκειμένου να συναντηθούν με τον Χέρτσογκ και να υποδείξουν τον υποψήφιο πρωθυπουργό που υποστηρίζουν. Οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις αναμένεται να ταχθούν είτε με τον επί χρόνια πρωθυπουργό και ηγέτη της δεξιάς, Μπενιαμίν Νετανιάχου, είτε με τον βασικό αντίπαλό του από τον χώρο της κεντροδεξιάς, πρώην αρχηγό του ισραηλινού στρατού Γκαντί Άιζενκοτ.

Κανένα από τα δύο στρατόπεδα, ωστόσο, δεν εξασφάλισε την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών στο κοινοβούλιο των 120 μελών. Το Λικούντ του Νετανιάχου αναδείχθηκε πρώτο κόμμα με 27 έδρες, αλλά ο συνασπισμός της σκληρής δεξιάς και των θρησκευτικών κομμάτων στον οποίο στηρίζεται περιορίστηκε στις 53. Το βασικό μπλοκ των εβραϊκών κομμάτων της αντιπολίτευσης, υπό τον Άιζενκοτ, συγκέντρωσε 48 έδρες. Εάν τα αραβικά κόμματα, που αντιτίθενται στον Νετανιάχου και διαθέτουν συνολικά 19 έδρες, τον υποδείξουν επίσης ως υποψήφιο πρωθυπουργό, ο Χέρτσογκ θα μπορούσε να του αναθέσει την πρώτη εντολή.

Ωστόσο, η προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης με στήριξη από τα αραβικά κόμματα προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και μεταξύ των εβραϊκών πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν τον Άιζενκοτ. Το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης κυβερνητικής συμμαχίας παραμένει, επομένως, δύσκολο, παρά την ανάγκη να αρθεί το πολιτικό αδιέξοδο.

Η επιλογή της εθνικής ενότητας και το εμπόδιο Νετανιάχου

Ο Χέρτσογκ έχει ταχθεί υπέρ μιας σταθερής κυβέρνησης, χωρίς να υποδεικνύει συγκεκριμένο μοντέλο συνεργασίας. Αναλυτές εκτιμούν ότι θα επιδιώξει να διευκολύνει τη συγκρότηση όσο το δυνατόν ευρύτερου κυβερνητικού σχήματος, ώστε να αποφευχθούν νέες εκλογές. Σύμφωνα με τους New York Times, ο πρώην υπουργός και βουλευτής των Εργατικών Νάχμαν Σάι χαρακτηρίζει τη συγκυρία καθοριστική για τον πρόεδρο, τον οποίο περιγράφει ως έμπειρο πολιτικό και διαπραγματευτή με ικανότητα να αναζητά λύσεις έξω από τα καθιερωμένα.

Η νομοθεσία προβλέπει προθεσμία 28 ημερών για τον σχηματισμό κυβέρνησης, με δυνατότητα παράτασης έως 14 ημέρες από τον πρόεδρο. Εάν η πρώτη προσπάθεια αποτύχει, ο Χέρτσογκ μπορεί να αναθέσει την εντολή σε άλλον υποψήφιο ή να παραπέμψει τη διαδικασία στην Κνεσέτ. Εφόσον κανείς δεν καταφέρει να συγκροτήσει κυβερνητική πλειοψηφία, η χώρα θα οδηγηθεί σε νέες εκλογές, εξέλιξη που ο πρόεδρος έχει ζητήσει να αποφευχθεί.

Μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, όπως αυτή που ενδεχομένως επιδιώκει, θα απαιτούσε κάποια μορφή συμφωνίας κατανομής εξουσίας μεταξύ Νετανιάχου και Άιζενκοτ. Το σενάριο, ωστόσο, προσκρούει στις ξεκάθαρες θέσεις των δύο πλευρών. Ο Άιζενκοτ επιμένει ότι ο Νετανιάχου πρέπει να αποχωρήσει από την εξουσία και έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να συμμετάσχει σε κυβέρνηση υπό την ηγεσία του. Από την άλλη πλευρά, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με δίκη για υποθέσεις διαφθοράς και, βάσει της ισραηλινής νομοθεσίας, δεν μπορεί να αναλάβει υπουργικό χαρτοφυλάκιο όσο εκκρεμεί η ποινική δίωξη, παρά μόνο να παραμείνει πρωθυπουργός.

Το χαρτί της πιθανής απονομής χάριτος

Σε αυτό το σημείο, ο Χέρτσογκ διαθέτει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικό εργαλείο: την προεδρική αρμοδιότητα απονομής χάριτος. Ο Νετανιάχου, ο οποίος αρνείται κάθε παράνομη ενέργεια, είχε υποβάλει αίτημα χάριτος πριν από την ολοκλήρωση της δίκης του, τον Νοέμβριο του 2025. Ο πρόεδρος, αντί να προχωρήσει σε άμεση εξέταση του αιτήματος, είχε προτείνει τη διαμεσολάβηση για την επίτευξη συμφωνίας αποδοχής ενοχής, προσκαλώντας σε συνομιλίες τον γενικό εισαγγελέα και τον δικηγόρο του πρωθυπουργού. Η πλευρά Νετανιάχου δεν απάντησε στην πρόσκληση.

Ο Νάχμαν Σάι εκτιμά ότι μια ενδεχόμενη χάρη θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής συμφωνίας, διευκολύνοντας έναν συμβιβασμό. Ο αναλυτής Μίτσελ Μπαράκ, ο οποίος έχει εργαστεί τόσο για τον Νετανιάχου, όσο και για τον πρώην πρόεδρο Σιμόν Πέρες, περιγράφει τη δυνατότητα αυτή ως «άσο» στα χέρια του Χέρτσογκ: μπορεί να εκληφθεί είτε ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, είτε ως σύγκρουση συμφερόντων. Το γραφείο του προέδρου απορρίπτει τη δεύτερη ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία χάριτος και οι διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης αποτελούν δύο διακριτές διαδικασίες, που διέπονται από διαφορετικούς νόμους.

Το πολιτικό βάρος της οικογένειας Χέρτσογκ

Η διαχείριση του αδιεξόδου αποτελεί και μια δοκιμασία για την προσωπική πολιτική παρακαταθήκη του προέδρου. Στο παρελθόν, ο Χέρτσογκ είχε αναλάβει πρωτοβουλίες διαμεσολάβησης για να επιτευχθεί συμβιβασμός γύρω από το σχέδιο της κυβέρνησης Νετανιάχου για τη δικαστική μεταρρύθμιση, χωρίς τελικά να αποτρέψει την έντονη κοινωνική και πολιτική αναταραχή. Πολλοί Ισραηλινοί είχαν τότε θεωρήσει ότι δεν στάθηκε αρκετά αποφασιστικά απέναντι στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες, γεγονός που επηρέασε τη δημόσια εικόνα του.

Παράλληλα, έχει επιχειρήσει να διατηρήσει διαύλους επικοινωνίας με διαφορετικές πλευρές του πολιτικού φάσματος. Έχει καταδικάσει την βία από εξτρεμιστικές ομάδες Εβραίων εποίκων κατά Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη, καθώς και την κακομεταχείριση κρατουμένων σε ισραηλινή κράτηση. Ωστόσο, η πρόσφατη απόφασή του να διαγράψει το ποινικό μητρώο του πρώην στρατιώτη Ελόρ Αζάρια, ο οποίος είχε σκοτώσει έναν σοβαρά τραυματισμένο Παλαιστίνιο το 2016, προκάλεσε οργή σε πολλούς φιλελεύθερους Ισραηλινούς, ικανοποιώντας παράλληλα ένα πάγιο αίτημα της δεξιάς.

Η οικογενειακή του διαδρομή προσθέτει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στον ρόλο του. Ο παππούς του, ραβίνος Γιτζάκ Χέρτσογκ, υπήρξε ο πρώτος αρχιραβίνος του κράτους του Ισραήλ, ενώ ο πατέρας του, Χαΐμ Χέρτσογκ, διετέλεσε ο έκτος πρόεδρος της χώρας. Μετά τις εκλογές του 1984, όταν ο Σιμόν Πέρες και ο ηγέτης του Λικούντ Γιτζάκ Σαμίρ είχαν βρεθεί σε αδιέξοδο, ο πατέρας του είχε διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Αυτή η ιστορική αναφορά ενισχύει τις προσδοκίες ότι ο σημερινός πρόεδρος θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει την πολιτική του εμπειρία και το θεσμικό του κύρος για να αποτρέψει μια νέα παρατεταμένη κρίση. Όπως σημειώνει ο Μπαράκ, ο Χέρτσογκ ανήκει στην παλαιά πολιτική ελίτ του Ισραήλ, με μια παράδοση που συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη. Το να καταφέρει να μετατρέψει αυτή την κληρονομιά σε συμφωνία για την επόμενη κυβέρνηση παραμένει η μεγάλη του πρόκληση.

Διαβαστε επισης