Νέα πίεση προς το Πεκίνο και το δίκτυο εμπορίας ιρανικού πετρελαίου ασκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών να προειδοποιεί τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ότι κινδυνεύουν με κυρώσεις, εάν συναλλάσσονται με κινεζικά διυλιστήρια που επεξεργάζονται ιρανικό αργό.
Η κίνηση έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία, λίγες εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, ενώ παραμένει σε ισχύ η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών κάλεσε τις τράπεζες να αποφεύγουν τη διευκόλυνση συναλλαγών με ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια, γνωστά ως "teapot refineries", τα οποία εισάγουν μεγάλες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου.
Σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, η Κίνα αγοράζει περίπου το 90% των πετρελαϊκών εξαγωγών του Ιράν και το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ποσοτήτων καταλήγει στα συγκεκριμένα μικρότερα ιδιωτικά διυλιστήρια. Οι αμερικανικές αρχές υποστηρίζουν ότι τα έσοδα αυτά στηρίζουν το ιρανικό καθεστώς, τα εξοπλιστικά του προγράμματα και τις στρατιωτικές του δραστηριότητες.
Αυξημένος έλεγχος σε συναλλαγές με την επαρχία Σαντόνγκ
Το υπουργείο Οικονομικών ζήτησε από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να εφαρμόσουν ενισχυμένους ελέγχους στις συναλλαγές που σχετίζονται με κινεζικά διυλιστήρια, ιδίως στην επαρχία Σαντόνγκ, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της ανεξάρτητης διυλιστικής δραστηριότητας.
Συστάσεις έγιναν επίσης για αυξημένη εποπτεία σε εταιρείες της Ασίας και της Μέσης Ανατολής που συμμετέχουν στην εφοδιαστική αλυσίδα μεταφοράς ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει την πολιτική «μέγιστης πίεσης» και ότι κάθε πρόσωπο, πλοίο ή εταιρεία που διευκολύνει παράνομες ροές προς την Τεχεράνη κινδυνεύει με κυρώσεις.
Πίεση στα έσοδα του Ιράν
Ο Μπέσεντ ανέφερε επίσης ότι ο βασικός εξαγωγικός τερματικός σταθμός του Ιράν στο νησί Χαργκ πλησιάζει τα όρια αποθηκευτικής του ικανότητας. Εάν επιβεβαιωθεί, αυτό θα μπορούσε να αναγκάσει την Τεχεράνη να περιορίσει την παραγωγή της, χάνοντας περίπου 170 εκατ. δολάρια ημερησίως σε έσοδα.
Η εξέλιξη θεωρείται κρίσιμη για τη στρατηγική των ΗΠΑ, που επιδιώκουν να περιορίσουν τις οικονομικές δυνατότητες του Ιράν χωρίς άμεση στρατιωτική κλιμάκωση.
Το δίκτυο «σκιώδους στόλου»
Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, σημαντικό μέρος του ιρανικού αργού μεταφέρεται προς την Κίνα μέσω του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» δεξαμενόπλοιων. Πρόκειται για πλοία που συχνά βρίσκονται υπό κυρώσεις και παραποιούν τα σήματα εντοπισμού τους για να αποφεύγουν τον εντοπισμό.
Πολλά φορτία αλλάζουν πλοίο εν πλω, με μεταφορτώσεις στη θάλασσα, συχνά στον Περσικό Κόλπο ή στα Στενά της Μαλάκκας, ώστε να αποκρύπτεται η πραγματική προέλευση του πετρελαίου.
Σε άλλες περιπτώσεις, το ιρανικό αργό αναμειγνύεται με πετρέλαιο άλλων χωρών ή εμφανίζεται με πλαστά έγγραφα ως προέλευσης Μαλαισίας, πρακτική γνωστή στην αγορά ως "Malaysian blend".
Κυρώσεις σε κινεζικούς ενεργειακούς ομίλους
Την προηγούμενη εβδομάδα οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις σε ένα από τα μεγαλύτερα κινεζικά ανεξάρτητα διυλιστήρια, το Hengli Petrochemical (Dalian) Refinery, χαρακτηρίζοντάς το ως έναν από τους μεγαλύτερους αγοραστές ιρανικού αργού και πετρελαϊκών προϊόντων.
Άλλα τέσσερα αντίστοιχα διυλιστήρια έχουν επίσης βρεθεί στο στόχαστρο, ενώ το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέκτεινε τα μέτρα και σε διαχειριστές λιμενικών τερματικών σταθμών στην επαρχία Σαντόνγκ, καθώς και σε εταιρείες logistics.
Το γεωπολιτικό μήνυμα προς Πεκίνο και Τεχεράνη
Η χρονική συγκυρία δίνει στην αμερικανική πρωτοβουλία ευρύτερη γεωπολιτική σημασία. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει την πίεση στο Ιράν, αλλά ταυτόχρονα στέλνει μήνυμα και προς την Κίνα, η οποία παραμένει ο σημαντικότερος αγοραστής ιρανικής ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν παραμένουν τεταμένες. Η εκεχειρία που ανακοινώθηκε από τον Τραμπ είναι αόριστης διάρκειας, όμως δεν έχει επιτευχθεί ακόμα κάποια συμφωνία ώστε το Ιράν να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ και οι ΗΠΑ να άρουν τον αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών.
Η ενεργειακή αντιπαράθεση εξελίσσεται έτσι σε κεντρικό πεδίο πίεσης, με την Κίνα να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της σύγκρουσης.