Με διαφορετικούς πολιτικούς χρόνους προσέρχονται στο τετ-α-τετ της 24ης Σεπτεμβρίου στην Ουάσιγκτονο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ. Ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται σταθερότητα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές και εν μέσω ανοιχτών μετώπων, ενώ ο Κινέζος ηγέτης έχει μεγαλύτερο περιθώριο να παρατείνει την εμπορική εκεχειρία και να ενισχύσει την Κίνα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ θα συναντηθούν στην Ουάσιγκτον την Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου, με την εύθραυστη εμπορική εκεχειρία ΗΠΑ – Κίνας να βρίσκεται στο επίκεντρο. Το ζητούμενο δεν είναι τόσο μια μεγάλη νέα συμφωνία, όσο η διατήρηση μιας κατάστασης που αποτρέπει την επιστροφή στον εμπορικό πόλεμο. Η εκεχειρία που συμφωνήθηκε πέρυσι λήγει τον Νοέμβριο, γεγονός που προσδίδει στη συνάντηση ιδιαίτερη σημασία για την παγκόσμια οικονομία.
Οι δύο ηγέτες, ωστόσο, φτάνουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων έχοντας διαφορετικούς πολιτικούς περιορισμούς. Ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τις πιέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν. Μια νέα μεγάλη εμπορική σύγκρουση θα μπορούσε να επιβαρύνει τους Αμερικανούς καταναλωτές και την οικονομία σε μια κρίσιμη πολιτική περίοδο. Ο Σι, αντίθετα, δεν αντιμετωπίζει εκλογική αναμέτρηση και μπορεί να κινηθεί με μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Για το Πεκίνο, αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα διαπραγμάτευσης. Η Κίνα έχει επίσης σοβαρές οικονομικές αδυναμίες - από την κρίση στην αγορά ακινήτων και την υψηλή ανεργία των νέων, έως την υπερπαραγωγή- όμως ο Σι μπορεί να χρησιμοποιήσει την περίοδο ηρεμίας για να ενισχύσει την οικονομική και τεχνολογική ανθεκτικότητα της χώρας. Παράλληλα, η Κίνα συνεχίζει να ενισχύει τη βιομηχανική και στρατιωτική της ισχύ, προετοιμαζόμενη για έναν μακροχρόνιο ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ.
Η σημερινή ισορροπία είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της προηγούμενης εμπορικής σύγκρουσης. Όταν ο Τραμπ επέβαλε τους λεγόμενους «δασμούς της Ημέρας Απελευθέρωσης», το Πεκίνο δεν υποχώρησε. Απάντησε με αντίστοιχους δασμούς και στη συνέχεια περιόρισε τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και κρίσιμων ορυκτών, που είναι απαραίτητα για την παγκόσμια τεχνολογία και βιομηχανία. Η Ουάσιγκτον κατέληξε στην εκεχειρία, εξέλιξη που στο Πεκίνο εκλήφθηκε ως απόδειξη, ότι η Κίνα μπορεί να αντέξει την αμερικανική πίεση και να χρησιμοποιήσει τα δικά της στρατηγικά πλεονεκτήματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η εκεχειρία αποτελεί πραγματική στρατηγική συμφιλίωση. Η έννοια της «στρατηγικής σταθερότητας» που προωθεί το Πεκίνο αφορά, στην πράξη, τη δημιουργία ορίων στον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον ασκεί πίεση στην Κίνα. Από τους περιορισμούς στις κινεζικές τεχνολογίες, έως τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν, το Πεκίνο επιδιώκει ένα πλαίσιο όπου ο ανταγωνισμός θα συνεχίζεται, χωρίς να μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση. Αμερικανοί αναλυτές, σύμφωνα με τους New York Times, θεωρούν ωστόσο ότι πρόκειται περισσότερο για τακτική, παρά για σταθερή στρατηγική διευθέτηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η προσωπική διπλωματία των δύο ηγετών αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο Σι φαίνεται να επενδύει στις συχνές συναντήσεις κορυφής με τον Τραμπ, καθώς η απευθείας σχέση μπορεί να λειτουργήσει ως «βαλβίδα ασφαλείας» απέναντι σε ζητήματα που απειλούν να ανατρέψουν την ισορροπία — από την Ταϊβάν και την τεχνητή νοημοσύνη, έως τους περιορισμούς στις κινεζικές τεχνολογίες. Η νέα συνάντηση θα είναι η τρίτη μεταξύ των δύο ηγετών σε λιγότερο από έναν χρόνο, ενώ ήδη εξετάζονται νέες επαφές τους επόμενους μήνες.
Το Πεκίνο έχει έναν ακόμη λόγο να προτιμά αυτή τη μορφή διπλωματίας: κάθε νέα συνάντηση μειώνει τον κίνδυνο μιας απότομης κλιμάκωσης και ταυτόχρονα επιτρέπει στον Σι να εμφανίζεται στο εσωτερικό ως ισότιμος συνομιλητής της Ουάσιγκτον. Η επίσκεψή του στις ΗΠΑ, η πρώτη κρατική επίσκεψη Κινέζου ηγέτη εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, αποτελεί από μόνη της σημαντικό συμβολικό κεφάλαιο για το Πεκίνο.
Το σημαντικότερο, επομένως, δεν είναι μόνο τι θα συμφωνήσουν Τραμπ και Σι στις 24 Σεπτεμβρίου, αλλά ποιος θα κερδίσει περισσότερο χρόνο από μια νέα περίοδο ύφεσης. Για τον Τραμπ, η σταθερότητα στις σχέσεις με την Κίνα προσφέρει χώρο να διαχειριστεί άλλες κρίσεις και το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο. Για τον Σι, η παράταση της εκεχειρίας προσφέρει χρόνο για την οικονομία, την τεχνολογία και τη στρατηγική προετοιμασία της Κίνας. Και όσο η σχέση παραμένει σε αυτό το καθεστώς «ελεγχόμενου ανταγωνισμού», ο χρόνος γίνεται από μόνος του ένα από τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά όπλα.