Οι πρωτοφανείς καύσωνες στην Ευρώπη αλλάζουν και τους πολιτικούς συσχετισμούς. Τα δεξιά λαϊκιστικά και ακροδεξιά κόμματα επιχειρούν να αξιοποιήσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, προβάλλοντας τον κλιματισμό ως λύση απέναντι στην ακραία ζέστη και ασκώντας πίεση στις κυβερνήσεις και τις «πράσινες» πολιτικές, χωρίς να εστιάζουν στις αιτίες της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Τα ευρωπαϊκά λαϊκιστικά κόμματα έχουν αποδείξει ότι γνωρίζουν πώς να μετατρέπουν κάθε μεγάλη κρίση σε πολιτικό πλεονέκτημα. Μετά την κρίση χρέους, το μεταναστευτικό και την πανδημία, η κλιματική κρίση γίνεται το νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η ακραία ζέστη των τελευταίων εβδομάδων έφερε στο προσκήνιο μια νέα στρατηγική: αντί να συζητούν για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ή την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αρκετοί πολιτικοί στρέφουν τη δημόσια συζήτηση στην ανάγκη εγκατάστασης περισσότερων κλιματιστικών σε σπίτια, σχολεία, νοσοκομεία και δημόσια κτίρια.
Η εστίαση στην έλλειψη κλιματισμού αναδεικνύει τις αδυναμίες των κρατών να προσαρμοστούν στα ακραία καιρικά φαινόμενα, προσφέρει ένα εύκολα κατανοητό πολιτικό αφήγημα και ταυτόχρονα μεταφέρει τη συζήτηση μακριά από τις αιτίες της κλιματικής αλλαγής.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της επικεφαλής των Βρετανών Συντηρητικών, Κέμι Μπάντενοκ, η οποία, λίγες ημέρες πριν η νότια Αγγλία βιώσει θερμοκρασίες έως και 35 βαθμών Κελσίου, επανέλαβε την έκκλησή της για ενίσχυση της εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα, υποστηρίζοντας ότι «ο πόλεμος κατά του πετρελαίου και του φυσικού αερίου πρέπει να τελειώσει».
Λίγες ημέρες αργότερα, ο καύσωνας προκάλεσε το κλείσιμο σχολείων, ακυρώσεις σιδηροδρομικών δρομολογίων, αναβολές ιατρικών επεμβάσεων και ακόμη και τη ματαίωση της εναρκτήριας εκδήλωσης της Εβδομάδας Δράσης για το Κλίμα στο Λονδίνο, μετά την έκδοση κόκκινου συναγερμού για ακραία ζέστη.
Επιθέσεις στις «πράσινες» πολιτικές
Η επικεφαλής του γαλλικού Εθνικού Συναγερμού, Μαρίν Λεπέν, δεσμεύθηκε ότι, εφόσον εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας, θα εφαρμόσει ένα «μαζικό σχέδιο εγκατάστασης κλιματιστικών», ξεκινώντας από τις δομές που φιλοξενούν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι «οι περιβαλλοντικές οργανώσεις διαστρεβλώνουν τα επιστημονικά δεδομένα», όταν επισημαίνουν τις επιπτώσεις των κλιματιστικών στην κλιματική αλλαγή. Αν και οι σύγχρονες μονάδες είναι σαφώς αποδοτικότερες ενεργειακά, η αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να συμβάλλει στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, όταν αυτή προέρχεται από ορυκτά καύσιμα.
Ανάλογη πολιτική αντιπαράθεση εκδηλώθηκε και στη βελγική πόλη της Γάνδης. Η δημοτική αρχή συνέστησε αρχικά στους πολίτες να αποφεύγουν τη χρήση κλιματιστικών, υποστηρίζοντας ότι «το καλύτερο κλιματιστικό είναι ένα δέντρο» και ενθαρρύνοντας τη φύτευση δέντρων και τη χρήση ανεμιστήρων.
Ύστερα από αντιδράσεις, η διατύπωση τροποποιήθηκε σε «δροσιστείτε έξυπνα», ενώ ο δήμος διευκρίνισε ότι είχε ήδη προμηθεύσει βρεφονηπιακούς σταθμούς με φορητές μονάδες κλιματισμού, τονίζοντας πως η προστασία της υγείας αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα.
Ωστόσο, η αρχική ανακοίνωση αξιοποιήθηκε πολιτικά από στελέχη της βελγικής Δεξιάς, τα οποία κατηγόρησαν τις κυβερνήσεις ότι, υπό την επιρροή των «πράσινων» πολιτικών, αποθαρρύνουν τη χρήση κλιματισμού ακόμη και κατά τη διάρκεια επικίνδυνων καυσώνων.
Στη Βρετανία, οι Συντηρητικοί επιχειρούν επίσης να συνδέσουν την πράσινη μετάβαση με το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Ο υπεύθυνος ενεργειακής πολιτικής του κόμματος, Άντριου Μπόουι, υποστήριξε ότι η μετάβαση προς καθαρότερες μορφές ενέργειας πρέπει να συνεχιστεί, αλλά προειδοποίησε πως η επίτευξη των στόχων για μηδενικές καθαρές εκπομπές δεν μπορεί να γίνει εις βάρος των λογαριασμών των νοικοκυριών, της βιομηχανικής παραγωγής και των φορολογικών εσόδων από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της Βόρειας Θάλασσας.
Μπορεί να κρίνει και τις εκλογές
Παρά τις εντεινόμενες πολιτικές αντιπαραθέσεις, η κοινωνική στήριξη για δράση απέναντι στην κλιματική αλλαγή παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή στην Ευρώπη. Σύμφωνα με πανευρωπαϊκή έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περίπου το 85% των πολιτών θεωρεί την κλιματική αλλαγή σοβαρό παγκόσμιο πρόβλημα και αντιμετωπίζει τα μέτρα για τον περιορισμό της ως ζήτημα δημόσιας υγείας.
Ταυτόχρονα, επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα επηρεάζουν την εκλογική συμπεριφορά. Έρευνα του 2025 στη Γερμανία κατέγραψε αύξηση της εκλογικής επιρροής των Πρασίνων σε περιοχές που βίωσαν ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες.
Ωστόσο, οι ίδιες μελέτες καταλήγουν ότι οι καύσωνες, οι πλημμύρες ή άλλες φυσικές καταστροφές δεν οδηγούν αυτόματα σε υποχώρηση των κομμάτων που αμφισβητούν ή υποβαθμίζουν την κλιματική κρίση. Αντίθετα, κάθε ακραίο καιρικό φαινόμενο δοκιμάζει την αποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων. Και όταν οι πολίτες θεωρούν ότι το κράτος δεν ανταποκρίνεται επαρκώς, η δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε πολιτικό κεφάλαιο για τα λαϊκιστικά κόμματα.