Η Γροιλανδία δεν αποτέλεσε τώρα ένα νέο γεωστρατηγικό σημείο στην υφήλιο, αλλά επανέρχεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας γεωπολιτικής, ως στρατηγικός κόμβος ισχύος σε έναν Αρκτικό Κύκλο που αλλάζει ραγδαία. Το λιώσιμο των πάγων και το άνοιγμα νέων θαλάσσιων δρόμων μετατρέπουν την περιοχή σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία να διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο και την Κίνα να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις αλλά να είναι η χώρα που «καίγεται» για την περιοχή λόγω του θαλάσσιου εμπορίου καθώς η καμπυλότητα της Γη κάνει πιο γρήγορες τις διαδρομές στους πόλους.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ήδη από την πρώτη του προεδρική θητεία, είχε θέσει ωμά στο τραπέζι το ενδεχόμενο «αγοράς» της Γροιλανδίας, προκαλώντας διεθνή αμηχανία αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτοντας την πραγματική στρατηγική αξία του νησιού. Η Γροιλανδία αποτελεί επίσης κρίσιμο κρίκο για την αμερικανική άμυνα, φιλοξενώντας τη βάση Thule, κομβική για τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και τον έλεγχο του Βόρειου Ατλαντικού και της Αρκτικής. Η τοποθέτησή της την καθιστά φυσικό παρατηρητήριο πάνω στους νέους θαλάσσιους διαδρόμους που διαμορφώνονται καθώς οι πάγοι υποχωρούν.
Καθοριστικό ρόλο στο αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία παίζουν και οι φυσικοί της πόροι, οι οποίοι αποκτούν στρατηγική σημασία σε μια εποχή ενεργειακής μετάβασης και τεχνολογικού ανταγωνισμού. Το υπέδαφος του νησιού θεωρείται ιδιαίτερα πλούσιο σε σπάνιες γαίες, απαραίτητες για την παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων, ανεμογεννητριών, προηγμένων οπλικών συστημάτων και ηλεκτρονικών συσκευών, σε μια συγκυρία όπου η Δύση επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα. Παράλληλα, υπάρχουν εκτιμήσεις για σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, κυρίως στα ανοιχτά της Γροιλανδίας, τα οποία μέχρι σήμερα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτα λόγω κόστους και περιβαλλοντικών περιορισμών. Σε αυτά προστίθενται κοιτάσματα ουρανίου, σιδηρομεταλλεύματος, ψευδαργύρου και πολύτιμων μετάλλων, καθώς και τεράστιοι αλιευτικοί πόροι. Ο συνδυασμός ορυκτού πλούτου, ενέργειας και στρατηγικής γεωγραφίας μετατρέπει τη Γροιλανδία σε κρίσιμο κρίκο της παγκόσμιας αλυσίδας πρώτων υλών και ενισχύει την αντίληψη ότι το μέλλον της δεν θα κριθεί μόνο στους χάρτες, αλλά και στα υπόγεια αποθέματά της.
Οι θαλάσσιοι δρόμοι του Αρκτικού Κύκλου, όπως ο Βόρειος Θαλάσσιος Δρόμος και το Πέρασμα του Βορειοδυτικού, ανατρέπουν τους παγκόσμιους εμπορικούς χάρτες. Οι διαδρομές μεταξύ Ασίας, Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής μπορούν να συντομευθούν δραστικά, μειώνοντας κόστος και χρόνο μεταφοράς. Αυτός ο νέος «θαλάσσιος διάδρομος ισχύος» μετατρέπει την Αρκτική σε γεωοικονομικό διακύβευμα πρώτης γραμμής, με τη Γροιλανδία να βρίσκεται ακριβώς στο σταυροδρόμι αυτών των εξελίξεων παράλληλα με την Ισλανδία που ανήκει στη Δύση και που τα δύο νησιά ελέγχουν την εισοδο και έξοδο στον Βόρειο Ατλαντικό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται και η συζήτηση για τον de facto διαχωρισμό της ευρύτερης περιοχής της Γροιλανδίας σε δύο σφαίρες επιρροής. Από τη μία, η δυτική και νότια πλευρά, πιο κοντά στη Βόρεια Αμερική, με έντονη αμερικανική στρατιωτική και γεωστρατηγική παρουσία. Από την άλλη, η ανατολική και βόρεια διάσταση της Αρκτικής, όπου η Ρωσία επιχειρεί να εδραιώσει έλεγχο μέσω στρατιωτικών βάσεων, ενεργειακών projects και ελέγχου των θαλάσσιων διαδρόμων. Ένας τέτοιος άτυπος «διαχωρισμός» δεν θα είναι αποτέλεσμα επίσημης συμφωνίας, αλλά προϊόν ισχύος, παρουσίας και τετελεσμένων.
Ήδη από τα πρώτα χρόνια που βρίσκεται στη ηγεσία της Ρωσίας ο Βλάντιμιρ Πούτιν έχει αντιληφθεί την τεράστια σημασία όλης της Αρκτικής και έχει επενδύσει σε παγορθραυστικά και άλλα ειδικά πλοία για να γίνει δυνατή η διέλευση πλοίων μέσω των πάγων, ενώ έχει καταποντίσει σημαίες από τιτάνιο σε μια επίδειξη των ρωσικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή.
Η Κίνα βλέποντας τις ρωσικές κινήσεις έχει προχωρήσει σε μια ευρύτερη συνεργασία με τη Ρωσία για τους θαλάσσιους δρόμους στον Αρκτικό Κύκλο επιχειρώντας να μην μείνει πίσω στις νέες γεωπολιτικές εξελίξεις καθώς έχει δύο τεράστιο στόλο, όχι όμως ικανό να διαπλέει την Αρκτική στις σημερινές συνθήκες.
Η Δανία, τυπικά κυρίαρχη της Γροιλανδίας, βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Από τη μία, πιέζεται από τις ΗΠΑ να αποδεχθεί πώληση, παραχώρηση ή έναν ενισχυμένο αμερικανικό ρόλο στο νησί, από την άλλη καλείται να διαχειριστεί τις αυξανόμενες φιλοδοξίες αυτονομίας της ίδιας της Γροιλανδίας, η οποία βλέπει στον ορυκτό πλούτο, στις σπάνιες γαίες και στους νέους εμπορικούς δρόμους μια ιστορική ευκαιρία οικονομικής χειραφέτησης. Οι δε Ευρωπαίοι από την πλευρά τους «τρέχουν» να προλάβουν τις εξελίξεις.
Έτσι πιθανότερο είναι σενάριο ανεξαρτητοποίησης τη Γροιλανδίας υπό αμερικανική ομπρέλα παρά οτιδήποτε άλλο που είχε επιπτώσεις και στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο.
Η Γροιλανδία δεν είναι πλέον απλώς ένας παγωμένος γεωγραφικός χώρος. Είναι το κλειδί για τον έλεγχο της Αρκτικής, των νέων θαλάσσιων δρόμων και των ισορροπιών ισχύος του 21ου αιώνα. Οι παλιές δηλώσεις Τραμπ, που αρχικά αντιμετωπίστηκαν ως πολιτική υπερβολή, σήμερα μοιάζουν προφητικές. Το ερώτημα είναι ποιος τελικά θα καθορίσει το μέλλον της Γροιλανδία σε ένα μέλλον ενός Αρκτικού Κύκλου «κομμένου στα δύο».