Η Ευρώπη αναζητά κοινή γραμμή απέναντι στην ενεργειακή κρίση και τις αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις, αλλά η Σύνοδος Κορυφής αποκαλύπτει πόσο βαθιά παραμένουν τα ρήγματα μεταξύ των κρατών-μελών. Οι μαραθώνιες διαβουλεύσεις, που διήρκεσαν 14 ώρες, ολοκληρώθηκαν χωρίς αποτέλεσμα, επιβεβαιώνοντας ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέχουν σημαντικά από μια συμφωνία τόσο για τον τρόπο αντιμετώπισης του ενεργειακού κόστους όσο και για τις προτεραιότητες του κοινού προϋπολογισμού.
Το αδιέξοδο δεν αφορά απλώς μια διαφωνία για τα επιμέρους μέτρα. Αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής: ποιος θα πληρώσει το κόστος της ενεργειακής αναταραχής, πόσο δημοσιονομικό χώρο θα έχουν οι εθνικές κυβερνήσεις για να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις και με ποιους πόρους θα χρηματοδοτηθούν οι αυξανόμενες ανάγκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών και οικονομικών ανακατατάξεων.
Ενέργεια: Η μάχη για το κόστος και οι διαφορετικές ευρωπαϊκές προτεραιότητες
Aπέναντι στην ενεργειακή επιβάρυνση, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν προσεγγίζουν την κρίση με τον ίδιο τρόπο. Στο ένα στρατόπεδο βρίσκονται χώρες όπως η Ιταλία, η Ελλάδα και κράτη της Κεντρικής Ευρώπης, που ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία για την εφαρμογή μέτρων ανακούφισης και αμφισβητούν το κατά πόσο είναι σκόπιμο να επιβαρυνθούν οι καταναλωτές με πρόσθετο κόστος από την πράσινη μετάβαση εν μέσω ενεργειακής κρίσης.
Στον αντίποδα, χώρες όπως η Σουηδία υπερασπίζονται τη διατήρηση της υφιστάμενης πορείας στην κλιματική πολιτική, εκφράζοντας επιφυλάξεις απέναντι σε παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS).
Η Σύνοδος δεν έδωσε οριστική λύση σε αυτή τη σύγκρουση. Οι ηγέτες κάλεσαν την Κομισιόν να εξετάσει πρόσθετα βραχυπρόθεσμα μέτρα για τις υψηλές τιμές, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες στα κράτη-μέλη, ενώ παράλληλα επανέλαβαν ότι η επιτάχυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των δικτύων και της αποθήκευσης αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Ο νέος προϋπολογισμός: Σύγκρουση για το ποιος πληρώνει και ποιος εισπράττει
Εάν στο ενεργειακό πεδίο η διαφωνία αφορά την κατεύθυνση της πολιτικής, στον νέο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 η σύγκρουση είναι ακόμη πιο άμεση: αφορά το μέγεθος του κοινού ταμείου, τις συνεισφορές των κρατών και την κατανομή των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Οι διαπραγματεύσεις προσκρούουν στις αντιτιθέμενες θέσεις δύο ομάδων χωρών. Από τη μία πλευρά, κράτη όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Δανία, που συνεισφέρουν περισσότερα στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό από όσα εισπράττουν, αντιδρούν στην αύξηση των οικονομικών τους βαρών. Από την άλλη, χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τα ευρωπαϊκά κονδύλια επιδιώκουν να διατηρηθούν οι πόροι για τη συνοχή, τις αγροτικές ενισχύσεις και την περιφερειακή ανάπτυξη.
Η συμβιβαστική πρόταση που συζητήθηκε υπό την ιρλανδική προεδρία, ύψους 1,62 τρισ. ευρώ, ήταν ήδη μειωμένη κατά 141 δισ. ευρώ σε σχέση με την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Παρ' όλα αυτά, δεν ικανοποίησε ούτε τις χώρες που θεωρούν το συνολικό κόστος υπερβολικό ούτε εκείνες που φοβούνται ότι οι περικοπές θα περιορίσουν τη δυνατότητα χρηματοδότησης των παραδοσιακών ευρωπαϊκών πολιτικών.
Η Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η έκβαση των διαπραγματεύσεων έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η διατήρηση επαρκών πόρων για την πολιτική συνοχής, τις περιφέρειες και τις επενδύσεις αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ανάπτυξη, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί την ανάγκη εξεύρεσης νέων πηγών χρηματοδότησης.
Η πιθανότητα περιορισμού των διαθέσιμων κονδυλίων ή αλλαγής των κριτηρίων κατανομής τους καθιστά τις διαπραγματεύσεις για τον επόμενο προϋπολογισμό ζήτημα άμεσου οικονομικού ενδιαφέροντος για την Αθήνα.
Το αδιέξοδο και η επόμενη ημέρα
Οι 14 ώρες διαβουλεύσεων δεν οδήγησαν σε συνολική πολιτική συμφωνία για τις βασικές εκκρεμότητες. Στο δημοσιονομικό πεδίο, οι ηγέτες παρέμειναν προσκολλημένοι στις εθνικές τους κόκκινες γραμμές, με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα να αναλαμβάνει να προωθήσει τις διαπραγματεύσεις και να αναζητήσει νέα συμβιβαστική πρόταση. Έχει προγραμματιστεί ειδική Σύνοδος για τον προϋπολογισμό στις 26 Νοεμβρίου