Διεθνή

Eurobank: Το δημοσιονομικό αδιέξοδο της Γαλλίας – Το χρέος στο 121,7% του ΑΕΠ και η δύσκολη εξίσωση των συντάξεων


Σε ένα παρατεταμένο δημοσιονομικό αδιέξοδο βρίσκεται η Γαλλία, καθώς ο συνδυασμός υψηλών δημόσιων δαπανών, χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, αυξημένου κόστους δανεισμού και πολιτικής αβεβαιότητας περιορίζει δραστικά τα περιθώρια εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών. Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank στο πλαίσιο των Global & Regional Focus Notes, ακόμη και αν εφαρμοστούν πλήρως τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027, δεν θα είναι αρκετά για να σταθεροποιηθεί το δημόσιο χρέος της χώρας.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται να περιοριστεί από 5,4% του ΑΕΠ το 2026 σε 5% το 2027. Ωστόσο, το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί από 119,3% σε 121,7% του ΑΕΠ, επιβεβαιώνοντας ότι η μείωση του ελλείμματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναστροφή της ανοδικής πορείας του χρέους.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της γαλλικής οικονομίας: το κράτος εξακολουθεί να χρηματοδοτεί ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας, ενώ η οικονομική ανάπτυξη δεν δημιουργεί επαρκή πρόσθετα έσοδα για να καλύψει τις δημοσιονομικές ανάγκες. Την ίδια στιγμή, η φορολογική επιβάρυνση έχει ήδη φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, περιορίζοντας τη δυνατότητα νέων αυξήσεων φόρων.

Η πολιτική διάσταση επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση. Οι προεδρικές εκλογές την άνοιξη του 2027, η απουσία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και οι κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι στα μέτρα λιτότητας δυσχεραίνουν την εφαρμογή μιας συνεκτικής στρατηγικής δημοσιονομικής προσαρμογής. Το ενδεχόμενο συμβιβασμών για την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής στήριξης αυξάνει τον κίνδυνο αποδυνάμωσης των μέτρων, ενώ η επόμενη κυβέρνηση ενδέχεται να κληθεί να αναθεωρήσει τις δημοσιονομικές προτεραιότητες.

Δημόσιες δαπάνες 57,2% του ΑΕΠ – Το βάρος του κοινωνικού κράτους

Η βασική διαρθρωτική αδυναμία της Γαλλίας είναι το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο δημόσιων δαπανών, το οποίο παραμένει σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το 2025 οι δαπάνες διαμορφώθηκαν στο 57,2% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 56,4% κατά την τελευταία 25ετία στη Γαλλία και 48,7% στην Ευρωζώνη.

Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το εκτεταμένο κοινωνικό κράτος. Οι δαπάνες για κοινωνική προστασία και υγεία αντιστοιχούσαν το 2024 στο 32,6% του ΑΕΠ και στο 57,1% του συνόλου των δημόσιων δαπανών. Στην Ευρωζώνη τα αντίστοιχα ποσοστά διαμορφώνονταν σε 27,4% και 55,8%.

Η διαφορά δεν αφορά μόνο το συνολικό ύψος των δαπανών, αλλά και τη δυσκολία περιορισμού τους χωρίς σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Οι συντάξεις, η υγεία και οι κοινωνικές παροχές αποτελούν βασικούς πυλώνες του γαλλικού μοντέλου, με αποτέλεσμα κάθε προσπάθεια εξοικονόμησης να προσκρούει σε ισχυρές αντιστάσεις.

Παράλληλα, η διοικητική πολυπλοκότητα και η επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης περιορίζουν την αποτελεσματικότητα μέρους των δημόσιων δαπανών. Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο η μείωση των δαπανών, αλλά και η καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.

Το συνταξιοδοτικό στο επίκεντρο της δημοσιονομικής εξίσωσης

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς οι δημογραφικές εξελίξεις αυξάνουν τις πιέσεις στη μακροχρόνια βιωσιμότητά του. Το γαλλικό σύστημα παραμένει σύνθετο, με διαφορετικά καθεστώτα κύριας και υποχρεωτικής συμπληρωματικής ασφάλισης ανά επαγγελματική κατηγορία, ενώ βασίζεται κυρίως στη διανεμητική χρηματοδότηση.

Αυτό σημαίνει ότι οι εισφορές των εργαζομένων χρηματοδοτούν σε μεγάλο βαθμό τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, καθιστώντας το σύστημα ιδιαίτερα ευάλωτο στη γήρανση του πληθυσμού και στη μείωση της αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους.

Σύμφωνα με τις προβολές του γαλλικού Συμβουλίου Συντάξεων (COR), ο αριθμός ασφαλισμένων ανά συνταξιούχο αναμένεται να υποχωρήσει από 1,8 το 2025 σε περίπου 1,3 το 2070. Την ίδια περίοδο, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν από 14,1% του ΑΕΠ σε 15,3%, ενώ το χρηματοδοτικό έλλειμμα του συστήματος αναμένεται να διευρυνθεί από 0,2% σε 2,4% του ΑΕΠ.

Οι αριθμοί καταδεικνύουν ότι το συνταξιοδοτικό δεν αποτελεί απλώς ένα επιμέρους πεδίο κοινωνικής πολιτικής, αλλά έναν από τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν την πορεία των γαλλικών δημόσιων οικονομικών τις επόμενες δεκαετίες.

Η μεταρρύθμιση του 2023 προέβλεπε τη σταδιακή αύξηση του νόμιμου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη έως το 2030. Ωστόσο, οι πολιτικές αντιδράσεις οδήγησαν στην αναστολή της εφαρμογής της αύξησης έως το 2028, αναδεικνύοντας το υψηλό πολιτικό κόστος των αλλαγών.

Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τα περιθώρια άμεσης δημοσιονομικής εξοικονόμησης και μεταθέτει μέρος της πίεσης στα επόμενα χρόνια, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα θα πρέπει να διαχειριστεί τόσο την αύξηση των συνταξιοδοτικών αναγκών όσο και την επιβάρυνση από το δημόσιο χρέος.

Ελλάδα και Γαλλία: Η διαφορετική πορεία των συνταξιοδοτικών δαπανών

Η ελληνική εμπειρία προσφέρει ένα ενδιαφέρον σημείο σύγκρισης. Παρά τις δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές, οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, όπως η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, ο περιορισμός των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και η στενότερη σύνδεση εισφορών και παροχών, συνέβαλαν στη συγκράτηση της μελλοντικής δημοσιονομικής επιβάρυνσης.

Σύμφωνα με τις προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που παραθέτει η μελέτη, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα προβλέπεται να μειωθούν από 13,4% του ΑΕΠ το 2024 σε 12% το 2070.

Στη Γαλλία, αντίθετα, οι αντίστοιχες προβολές του COR δείχνουν αύξηση από 14,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 15,3% το 2070. Οι δύο εκτιμήσεις προέρχονται από διαφορετικές μελέτες και δεν είναι απολύτως συγκρίσιμες ως προς τις παραδοχές και τη μεθοδολογία τους. Ωστόσο, καταδεικνύουν τη σημασία των διαρθρωτικών παρεμβάσεων για τη μακροχρόνια δημοσιονομική βιωσιμότητα.

Η σύγκριση αναδεικνύει και μια ουσιαστική διαφορά ως προς το πολιτικό περιβάλλον των μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα προχώρησε σε εκτεταμένες αλλαγές υπό την πίεση της κρίσης χρέους, ενώ στη Γαλλία οι αντιδράσεις απέναντι στην αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης έχουν περιορίσει τη δυνατότητα εφαρμογής του σχεδιασμού.

Η ελληνική εμπειρία δεν σημαίνει ότι έχουν εξαλειφθεί οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι αλλαγές στις παραμέτρους συνταξιοδότησης και στη σχέση εισφορών και παροχών μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά τη μακροχρόνια πορεία των δαπανών.

Ανάπτυξη μόλις 0,5% το 2026 – Περιορίζονται τα φορολογικά έσοδα

Η δημοσιονομική πίεση εντείνεται από την επιβράδυνση της γαλλικής οικονομίας. Ο ρυθμός ανάπτυξης υποχώρησε από 1,5% το 2024 σε 0,8% το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω επιβράδυνση στο 0,5%.

Η ασθενής εγχώρια ζήτηση, η υποτονική επενδυτική δραστηριότητα, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και οι περιοριστικές χρηματοδοτικές συνθήκες συγκρατούν την οικονομική δραστηριότητα. Η χαμηλότερη ανάπτυξη περιορίζει την αύξηση των φορολογικών εσόδων και δυσχεραίνει την προσπάθεια περιορισμού του ελλείμματος.

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια πρόσκαιρη επιβράδυνση. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της γαλλικής οικονομίας εκτιμάται περίπου στο 1%, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα ταχείας διεύρυνσης της παραγωγής και της φορολογικής βάσης.

Η αδυναμία συνδέεται με τη χαμηλή αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής, τις περιορισμένες επενδύσεις σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό ανά εργαζόμενο και τα εμπόδια στην αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού. Η ανεπαρκής ιδιωτική επένδυση στην έρευνα και ανάπτυξη, η βραδεία διάχυση της καινοτομίας και οι περιορισμοί στον ανταγωνισμό επιβαρύνουν τις προοπτικές παραγωγικότητας.

Παράλληλα, τα σχετικά χαμηλά ποσοστά απασχόλησης μεταξύ των νέων και των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, σε συνδυασμό με τις αναντιστοιχίες δεξιοτήτων, περιορίζουν την προσφορά εργασίας.

Ενδεικτικό είναι ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στη Γαλλία, αν και παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει χάσει σημαντικό μέρος του σχετικού πλεονεκτήματός της. Από επίπεδα άνω του 130% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στις αρχές της δεκαετίας του 2000, υποχώρησε στο 112,7% το 2025.

Φόροι στο 45,2% του ΑΕΠ – Εξαντλούνται τα περιθώρια νέων επιβαρύνσεων

Η δυνατότητα αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ανισορροπιών μέσω νέων φορολογικών επιβαρύνσεων είναι περιορισμένη. Το 2025 τα φορολογικά έσοδα της Γαλλίας ανήλθαν στο 45,2% του ΑΕΠ, έναντι 40,6% στην Ευρωζώνη.

Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση περιορίζει τα περιθώρια περαιτέρω αύξησης των εσόδων χωρίς πρόσθετες επιπτώσεις στην κατανάλωση, στις επενδύσεις και στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Η δημοσιονομική προσαρμογή καλείται, επομένως, να στηριχθεί περισσότερο στον έλεγχο των δαπανών και στην αύξηση της αποτελεσματικότητάς τους, παρά σε νέες οριζόντιες φορολογικές επιβαρύνσεις.

Η πρόκληση είναι σύνθετη, καθώς η μείωση των κοινωνικών δαπανών μπορεί να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, ενώ η συγκράτηση των δημόσιων επενδύσεων ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω τις αναπτυξιακές προοπτικές. Για τον λόγο αυτό, η αναδιάρθρωση των δαπανών και η βελτίωση της στόχευσης των κοινωνικών παροχών αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Το χρόνιο πρόβλημα των ελλειμμάτων και το κόστος του χρέους

Η μακροχρόνια εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών επιβεβαιώνει τον διαρθρωτικό χαρακτήρα του προβλήματος. Η Γαλλία δεν έχει καταγράψει δημοσιονομικό πλεόνασμα από το 1974, ενώ το τελευταίο πρωτογενές πλεόνασμα σημειώθηκε το 2001.

Κατά συνέπεια, η χώρα έχει διατηρήσει επί δεκαετίες ελλειμματική δημοσιονομική θέση, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με οικονομική έκθεση της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης, η οποία βασίζεται σε στοιχεία του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, την περίοδο 2017-2025 τα πρωτογενή ελλείμματα προσέθεταν κατά μέσο όρο 3,2 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Μέρος αυτής της επιβάρυνσης αντισταθμιζόταν από την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους και της ονομαστικής οικονομικής ανάπτυξης, γνωστή ως snowball effect. Ωστόσο, αυτή η ευνοϊκή επίδραση έχει πλέον σχεδόν εξαλειφθεί, καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται και η ανάπτυξη παραμένει ασθενής.

Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η σταθεροποίηση του χρέους απαιτεί πλέον μεγαλύτερη πρωτογενή δημοσιονομική προσαρμογή. Δεν αρκεί η απλή επιβράδυνση της αύξησής του, αλλά απαιτείται ουσιαστική βελτίωση του ισοζυγίου των δημόσιων οικονομικών, πριν από την καταβολή τόκων.

Η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των εκλογών του 2027 καθιστά δυσκολότερη την επίτευξη αυτού του στόχου, καθώς οι αγορές καλούνται να αξιολογήσουν όχι μόνο τους αριθμητικούς στόχους του προϋπολογισμού, αλλά και την πολιτική δυνατότητα εφαρμογής τους.

Γιατί δεν διαφαίνεται άμεση κρίση χρέους, αλλά ο κίνδυνος παραμένει

Παρά τη δυσμενή δημοσιονομική δυναμική, η Γαλλία δεν εμφανίζει κατ' ανάγκην άμεσο κίνδυνο κρίσης δημόσιου χρέους αντίστοιχης με εκείνη που έπληξε την Ευρωζώνη τη δεκαετία του 2010.

Το μεγάλο μέγεθος και η διαφοροποιημένη παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας, η ευρεία φορολογική βάση, η σχετικά μεγάλη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους και το ενισχυμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας λειτουργούν ως παράγοντες περιορισμού του κινδύνου μιας αιφνίδιας κρίσης χρηματοδότησης.

Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί τη σοβαρότητα της μεσομακροπρόθεσμης πρόκλησης. Τα επίμονα πρωτογενή ελλείμματα, η χαμηλή ανάπτυξη και το αυξανόμενο κόστος δανεισμού δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο το δημόσιο χρέος μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται ακόμη και όταν επιτυγχάνεται κάποια μείωση του ελλείμματος.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στη Γαλλία. Ως μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης, η χώρα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα για τη δημοσιονομική της πορεία μπορεί να επηρεάσει το κόστος δανεισμού και τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες στην ευρύτερη ευρωπαϊκή οικονομία.

Το κρίσιμο στοίχημα για το Παρίσι δεν είναι, συνεπώς, μόνο η μείωση του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ το 2027. Είναι η αλλαγή της δυναμικής που παράγει διαχρονικά ελλείμματα και αυξανόμενο χρέος.

Η συγκράτηση των δημόσιων δαπανών, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της απασχόλησης συνιστούν αλληλένδετες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, η Γαλλία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής ανάπτυξης, υψηλών δαπανών, επίμονων ελλειμμάτων και αυξανόμενου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Και όσο πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του 2027, τόσο δυσκολότερη γίνεται η εξεύρεση πολιτικά και οικονομικά βιώσιμης λύσης.

Διαβαστε επισης