Διεθνή

ΕΕ–Κίνα: Από τον διάλογο στην πίεση για πιο ισόρροπες εμπορικές σχέσεις


Σαφές μήνυμα προς την Κίνα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι έτοιμη να περάσει από τον διάλογο στη λήψη μέτρων , εφόσον οι εμπορικές διαπραγματεύσεις δεν οδηγούν σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, έστειλε την περασμένη Πέμπτη η πρόεδρος της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ. Λάιεν.

Μιλώντας σε Γάλλους επιχειρηματίες και πολιτικούς στο ετήσιο συνέδριο της γαλλικής εργοδοτικής οργάνωσης MEDEF, η φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι η ΕΕ εξακολουθεί να θεωρεί τη διατήρηση των οικονομικών και εμπορικών δεσμών με το Πεκίνο. Την ίδια στιγμή, όμως, κατέστησε σαφές ότι η ευρωπαϊκή προσέγγιση διαφέρει πλέον αισθητά από εκείνη που βασιζόταν αποκλειστικά στην ενίσχυση του εμπορίου και του διαλόγου.

«Ο διάλογος με την Κίνα παραμένει απαραίτητος. Όμως πρέπει να παράγει αποτελέσματα», δήλωσε χαρακτηριστικά, σύμφωνα με το Euractiv. «Και όταν ο διάλογος δεν αρκεί, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε πλήρη χρήση των εργαλείων μας», πρόσθεσε, προειδοποιώντας ότι οι Βρυξέλλες είναι διατεθειμένες να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα μέσα εμπορικής άμυνας.

Η διαφορετική θέση ΕΕ και Κίνας αποτυπώνεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ισορροπία της μεταξύ τους οικονομικής σχέσης. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κίνα παραμένει ένας «βασικός οικονομικός εταίρος», αλλά ταυτόχρονα μια οικονομία απέναντι στην οποία αυξάνονται οι ανησυχίες για τον ανταγωνισμό, την πρόσβαση στις αγορές και τις εμπορικές ανισορροπίες.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν προβλέπει διακοπή των οικονομικών δεσμών με την Κίνα, αλλά «μείωση των κινδύνων» χωρίς αποσύνδεση. Η λογική αυτή διαφοροποιείται από μια απλή πολιτική ελεύθερης διεύρυνσης των εμπορικών σχέσεων: η ΕΕ επιδιώκει να διατηρήσει την πρόσβαση στην κινεζική αγορά, περιορίζοντας παράλληλα τις εξαρτήσεις της από την κινεζική οικονομία σε κρίσιμους τομείς.
«Το να είσαι εταίρος δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι μόνιμες ανισορροπίες», ανέφερε η φον ντερ Λάιεν, υπογραμμίζοντας τη βασική ευρωπαϊκή ένσταση απέναντι στη σημερινή μορφή των εμπορικών σχέσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι κινεζικές εισαγωγές στην ΕΕ έχουν αυξηθεί κατά 45% μέσα σε πέντε χρόνια, ενώ την ίδια περίοδο οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την Κίνα μειώνονται.
Το αποτέλεσμα είναι μια εμπορική σχέση στην οποία το πλεόνασμα βρίσκεται ολοένα περισσότερο στην κινεζική πλευρά. Σύμφωνα με τη φον ντερ Λάιεν, το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ απέναντι στην Κίνα έχει πλέον φτάσει σχεδόν το 1 δισ. ευρώ την ημέρα, ενώ αυξήθηκε κατά ακόμη 10% στις αρχές του 2026. Ενδεικτικό της έκτασης της ανισορροπίας είναι ότι, για πρώτη φορά, και τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ εμφανίζουν εμπορικό έλλειμμα έναντι της Κίνας.
Πέρα όμως από το εμπορικό ισοζύγιο, διαφορετικές είναι και οι θέσεις των δύο πλευρών ως προς τον έλεγχο κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού. Οι Βρυξέλλες ανησυχούν ιδιαίτερα για την εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από την Κίνα σε κρίσιμα υλικά και πρώτες ύλες, καθώς το Πεκίνο διατηρεί ισχυρό έλεγχο στην παραγωγή και τις εξαγωγές τους. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές τέτοιων υλικών έχουν εντείνει τις ανησυχίες στην Ευρώπη και έχουν καταστήσει την εμπορική σχέση ευρύτερο ζήτημα οικονομικής ασφάλειας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, Βρυξέλλες και Πεκίνο επιχειρούν να περιορίσουν τις εντάσεις μέσω εντατικότερων διαπραγματεύσεων. Τον Ιούνιο, ο Ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς και ο Κινέζος υπουργός Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο συμφώνησαν να ενισχύσουν τον διάλογο, με στόχο την επίτευξη «απτών αποτελεσμάτων» έως τον Οκτώβριο. Παράλληλα, συμφωνήθηκε η δημιουργία νέου φόρουμ για εμπορικές και επενδυτικές διαβουλεύσεις.

Η στάση της Ένωσης γίνεται, ωστόσο, ολοένα πιο διεκδικητική. Η Κομισιόν άνοιξε περισσότερες από 30 έρευνες εμπορικής άμυνας, σχεδόν τριπλάσιες σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο. Η φον ντερ Λάιεν υποστήριξε ότι τα μέτρα που έχουν ήδη υιοθετηθεί προστατεύουν περισσότερες από 600.000 ευρωπαϊκές θέσεις εργασίας, ενώ τόνισε ότι οι Βρυξέλλες «έχουν σημαντικές τις έρευνες».

Το βασικό μήνυμα της Επιτροπής είναι διττό: η ΕΕ δεν επιδιώκει να διαρρήξει τη σχέση της με την Κίνα, αλλά ούτε είναι πλέον διατεθειμένη να αποδοθεί μια εμπορική σχέση που θεωρεί ότι δημιουργεί μόνιμες ανισορροπίες. Εκεί εντοπίζεται και η βασική διαφοροποίηση των δύο πλευρών: ενώ το Πεκίνο ακριβώς δεν αποτελεί για την Ευρώπη κρίσιμο εμπορικό και οικονομικό εταίρο, οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν πλέον την οικονομική σχέση και υπό το πρίσμα της αμοιβαιότητας, της προστασίας της. ευρωπαϊκής και μείωσης των στρατηγικών εξαρτήσεων.

Έτσι, η επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων δεν αφορά μόνο την αύξηση ή τη μείωση του εμπορίου. Αφορά το ποιοι είναι οι όροι με τους οποίους ΕΕ και η Κίνα θα λειτουργήσει οικονομικά σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η εμπορική πολιτική συνδέεται και περισσότερο με την οικονομική ασφάλεια και τη γεωπολιτική ισχύ.

Διαβαστε επισης