Διεθνή

Δυσαρέσκεια και αμηχανία στην Ευρώπη για το ρωσικό ντίζελ του Τραμπ


Η συμφωνία με τον Πούτιν υπονομεύει την προσπάθεια περιορισμού των ρωσικών ενεργειακών εσόδων. Οι Ευρωπαίοι αποφεύγουν ευθεία σύγκρουση με τον Τραμπ

Δυσαρέσκεια και αμηχανία έχει προκαλέσει στην Ευρώπη η πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να αγοράσει ρωσικό ντίζελ, σε μια συμφωνία που θα μπορούσε να διοχετεύσει περίπου 4 δισ. δολάρια στη ρωσική οικονομία. Λονδίνο, Βερολίνο και Βρυξέλλες επιμένουν στη συνέχιση της πίεσης προς τη Μόσχα, επιχειρώντας παράλληλα να αποφύγουν μια μετωπική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον.

Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την αγορά ρωσικού ντίζελ έφερε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα: πώς θα διατηρήσουν τη στήριξή τους προς την Ουκρανία και την πολιτική κυρώσεων κατά της Ρωσίας -για τα οποία έχει πιέσει ο ίδιος ο Τραμπ- χωρίς να προκαλέσουν αντίδραση του Αμερικανού προέδρου.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε τη συμφωνία «δώρο» στον Ρώσο πρόεδρο, καθώς κινείται αντίθετα από την πολυετή προσπάθεια δεκάδων χωρών, μεταξύ των οποίων και των ΗΠΑ, να περιορίσουν τα έσοδα που αντλεί η Μόσχα από τις ενεργειακές εξαγωγές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών του ενεργειακού κλάδου, εφόσον η συμφωνία υλοποιηθεί, θα μπορούσε να διοχετεύσει περίπου 4 δισ. δολάρια αμερικανικών κεφαλαίων στη ρωσική οικονομία.

Η χρονική συγκυρία ενίσχυσε την έκπληξη και τη δυσαρέσκεια στην Ευρώπη. Η ανακοίνωση του Τραμπ την Παρασκευή ακολούθησε διαδοχικά ρωσικά πλήγματα στην Ουκρανία, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 22 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων τρία βρέφη, σε πολυκατοικία την Τετάρτη, και τουλάχιστον 30 άνθρωποι σε λεωφορείο την Πέμπτη. Η ευρωπαϊκή αντίδραση, ωστόσο, παρέμεινε προσεκτική: αντί για ευθεία καταδίκη της αμερικανικής πρωτοβουλίας, οι κυβερνήσεις επέλεξαν να επαναβεβαιώσουν τη δική τους στρατηγική απέναντι στη Ρωσία.

Το Λονδίνο ανακοίνωσε το Σάββατο ότι ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ είχε συνομιλήσει με τον Ζελένσκι, εκφράζοντας την πλήρη αλληλεγγύη του προς την Ουκρανία. Η αναφορά ότι οι τελευταίες 24 ώρες ήταν δύσκολες για τη χώρα αποτέλεσε έμμεση αναγνώριση της διπλωματικής πίεσης που προκάλεσε η κίνηση Τραμπ. Οι δύο ηγέτες αναμένεται να συναντηθούν τις επόμενες ημέρες.

Αντίστοιχα, η γερμανική κυβέρνηση ξεκαθάρισε ότι παραμένει προσηλωμένη στις αποφάσεις για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και συνεργάζεται με τους Ευρωπαίους εταίρους της για την επιβολή πρόσθετων μέτρων. Από την πλευρά της, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, επιχείρησε να συνδυάσει την αναγνώριση της σημασίας της αμερικανικής συμμαχίας με ένα σαφές μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση: η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να επιδιώκει τον περιορισμό των εσόδων της από τις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

«Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχός μας, αλλά το μήνυμά μας είναι σαφές», δήλωσε η Κάλας, προσερχόμενη στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών στο Λουξεμβούργο. «Εάν θέλουμε να τερματιστεί αυτή η κατάσταση, ο μόνος τρόπος είναι να ασκήσουμε μεγαλύτερη πίεση στη Ρωσία». Πιο ευθύς ήταν ο Εσθονός υπουργός Εξωτερικών, Μάργκους Τσάχκνα, ο οποίος σημείωσε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν βρεθεί και στο παρελθόν αντιμέτωπες με πιέσεις από τον Τραμπ και κάλεσε τις κυβερνήσεις να επικεντρωθούν στις δικές τους δυνατότητες δράσης.

Η απάντηση Τραμπ και το ενεργειακό μέτωπο

Ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε τη Δευτέρα στην ευρωπαϊκή δυσαρέσκεια μέσω της πλατφόρμας Truth Social, υποστηρίζοντας ότι η ΕΕ έχει καταβάλει στη Ρωσία 250 δισ. δολάρια για ενέργεια. Κατηγόρησε, παράλληλα, τα μέσα ενημέρωσης ότι αποφεύγουν να αναδείξουν το ζήτημα και υπερασπίστηκε την επιλογή του με το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική». Η αναφορά του φαίνεται να αφορά τις ευρωπαϊκές αγορές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Όντως, η ΕΕ συνεχίζει να προμηθεύεται ρωσική ενέργεια, ωστόσο έχει εργαστεί συστηματικά για να περιορίσει την εξάρτησή της. Η νέα αμερικανική πρωτοβουλία αναδεικνύει τη διαφορετική προσέγγιση των δύο πλευρών: ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν να μειώσουν τα έσοδα της Μόσχας μέσω κυρώσεων και περιορισμών στις ενεργειακές συναλλαγές, ο Τραμπ προβάλλει τις δικές του επιλογές ως εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων.

Από την έναρξη της δεύτερης προεδρικής θητείας του, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα υιοθετήσει θέσεις που ευνοούν τη ρωσική πλευρά στις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία. Είχε υποσχεθεί ότι θα τερμάτιζε τη σύγκρουση μέσα σε 24 ώρες, ενώ έχει επιρρίψει ευθύνες στον Ζελένσκι για τη συνέχισή της. Το Σάββατο υποστήριξε ότι η Ουκρανία θα πρέπει να αναζητήσει νέο ηγέτη που θα μπορούσε να καταλήξει σε συμφωνία με τη Ρωσία.

Την Κυριακή, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε επίσης ότι Ρωσία και Ουκρανία είχαν συμφωνήσει σε μια «ενεργειακή εκεχειρία». Καμία από τις δύο πλευρές, ωστόσο, δεν επιβεβαίωσε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Ευρωπαίοι ηγέτες χαιρέτισαν την προοπτική μιας παύσης των επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ρωσικά πλήγματα σε ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις σημειώθηκαν και μετά την ανακοίνωση.

Η ευρωπαϊκή συνοχή υπό πίεση

Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η υπόθεση του ντίζελ αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι η διπλωματία του Τραμπ απέναντι στον Πούτιν μπορεί να κινηθεί χωρίς συντονισμό με τους συμμάχους των ΗΠΑ. Αυτό δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στην προσπάθεια διατήρησης μιας κοινής ευρωπαϊκής και διατλαντικής γραμμής απέναντι στη ρωσική πολιτική στην Ουκρανία.

Πέρυσι, σχεδόν τρεις δεκάδες χώρες, μεταξύ των οποίων η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία, συγκρότησαν τον λεγόμενο «συνασπισμό των προθύμων», επιδιώκοντας να επιβεβαιώσουν τη δέσμευσή τους για τη στήριξη του Κιέβου. Η στρατηγική τους στηρίζεται κυρίως στην παροχή όπλων για την άμυνα της Ουκρανίας και στην αξιοποίηση οικονομικών κυρώσεων που περιορίζουν την πρόσβαση της Ρωσίας σε έσοδα από τις πιο προσοδοφόρες εξαγωγές της, χωρίς άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Μόσχα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, κάλεσε τη Δευτέρα τις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες να εντείνουν τις κυρώσεις αντί να υποχωρήσουν. Ζήτησε το μήνυμα αυτό να εκπέμψει κάθε πρωτεύουσα, από τη Βαρσοβία έως την Ουάσιγκτον, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αλληλεγγύη και αποφασιστικότητα τους επόμενους μήνες. Η προσθήκη του, «το ελπίζω πολύ», αποκάλυψε, ωστόσο, ότι η διατήρηση μιας ενιαίας στάσης δεν θεωρείται δεδομένη.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα