Διεθνή

Δύο αντίπαλα οράματα για το μέλλον του Ισραήλ συγκρούονται σήμερα στις κάλπες


Δύο ασύμβατες αντιλήψεις για το μέλλον του Ισραήλ φέρνουν αντιμέτωπες οι σημερινές εκλογές στη χώρα: την εθνικιστική Δεξιά που διεκδικεί μόνιμο έλεγχο της Δυτικής Όχθης και την προσπάθεια ανασυγκρότησης ενός δημοκρατικού, πολυφωνικού κράτους με ίσα δικαιώματα. Η συνεργασία με αραβικά κόμματα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την ανατροπή του Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ υπερβαίνει την αντιπαράθεση για την παραμονή ή την απομάκρυνση του Μπενιαμίν Νετανιάχου από την εξουσία. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ίδια η φυσιογνωμία του κράτους: από τη μία, ένα όλο και πιο αδιάλλακτο εθνικιστικό ρεύμα που διεκδικεί τον μόνιμο έλεγχο των παλαιστινιακών εδαφών και από την άλλη η υπεράσπιση της δημοκρατίας, της πολιτικής ισότητας και της συνύπαρξης διαφορετικών κοινοτήτων.

Εμβληματική μορφή της πρώτης αντίληψης είναι ο Σίμχα Ρότμαν, βουλευτής της Θρησκευτικής Σιωνιστικής παράταξης και πρόεδρος της Επιτροπής Συντάγματος, Νομοθεσίας και Δικαιοσύνης της Κνεσέτ. Θεωρεί τη Δυτική Όχθη αναπόσπαστο τμήμα της ιστορικής και θρησκευτικής πατρίδας των Εβραίων και απορρίπτει κατηγορηματικά την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους. Υποστηρίζει, μάλιστα, την επέκταση της ισραηλινής κυριαρχίας στην περιοχή, χωρίς δικαίωμα ψήφου για τον παλαιστινιακό πληθυσμό. Η θέση του εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική κατεύθυνση που συνδέεται με την επέκταση των οικισμών, την αύξηση της βίας από εποίκους και την ενίσχυση της ιδέας του μόνιμου ισραηλινού ελέγχου.

Η Δεξιά της προσάρτησης και η υποχώρηση των δημοκρατικών εγγυήσεων

Ο Ρότμαν, ο οποίος μεγάλωσε σε θρησκευτικό περιβάλλον και σπούδασε νομικά στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ, έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τη δικαστική εξουσία. Το 2023 πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια της κυβέρνησης Νετανιάχου να προωθήσει εκτεταμένες δικαστικές αλλαγές, οι οποίες προκάλεσαν μαζικές διαδηλώσεις και κατηγορίες για αποδυνάμωση των δημοκρατικών ελέγχων. Η ιδεολογική του προσέγγιση συνδέεται με την πεποίθηση ότι η Αριστερά έχασε την κοινωνική της επιρροή επειδή επέμενε στη λύση των δύο κρατών, ενώ η στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία θεωρείται προϋπόθεση για την ασφάλεια του Ισραήλ.

Η αντίληψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη Δυτική Όχθη, όπου περίπου τρία εκατομμύρια Παλαιστίνιοι ζουν υπό ισραηλινή κατοχή, την οποία η διεθνής κοινότητα θεωρεί παράνομη, όπως και τους εποικισμούς. Ο Ρότμαν απορρίπτει τις ανησυχίες για τις συνέπειες της ισραηλινής πολιτικής, ενώ αντιμετωπίζει θετικά ακόμη και την προοπτική εφαρμογής στη Δυτική Όχθη πρακτικών αντίστοιχων με εκείνες στη Γάζα. Η άρνηση αναγνώρισης πολιτικών δικαιωμάτων στους Παλαιστινίους που θα ζούσαν υπό ισραηλινή κυριαρχία αναδεικνύει την αντίφαση ανάμεσα στην εδαφική επέκταση και στην αρχή της ισότητας των πολιτών.

Απέναντι σε αυτή την κατεύθυνση, ο πρώην ανώτερος αξιωματικός της ισραηλινής αστυνομίας Γιοάβ Σεγκαλόβιτς επιχειρεί να διαμορφώσει μια διαφορετική πολιτική συμμαχία. Η απόφασή του να συμμετάσχει στο αραβικό κόμμα Ραάμ, ως δεύτερος στη λίστα του, συνιστά ασυνήθιστη κίνηση για έναν κοσμικό Εβραίο με σιωνιστικές πεποιθήσεις. Στόχος του είναι να υπερβεί τα πολιτικά και κοινωνικά εμπόδια μεταξύ Εβραίων και Αράβων, υπερασπιζόμενος την ισότητα των δικαιωμάτων και την πολυφωνία που περιλαμβάνονταν στις ιδρυτικές αρχές του Ισραήλ το 1948.

Η αραβική ψήφος ως ρυθμιστής της επόμενης κυβέρνησης

Η επιλογή του Σεγκαλόβιτς δεν αποτελεί μόνο συμβολική αμφισβήτηση της πόλωσης. Σε μια εκλογική αναμέτρηση όπου οι δημοσκοπήσεις δεν δίνουν σαφές προβάδισμα σε κανένα από τα δύο στρατόπεδα, η στήριξη του Ραάμ, το οποίο εκτιμάται ότι μπορεί να εξασφαλίσει πέντε έως έξι έδρες, ενδέχεται να καθορίσει αν η αντιπολίτευση θα συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Κνεσέτ των 120 μελών. Η συμμετοχή του Σεγκαλόβιτς μπορεί, παράλληλα, να διευκολύνει πολιτικά μια συνεργασία που εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις σε τμήματα του εβραϊκού εκλογικού σώματος.

Η προοπτική αυτή συνδέεται με ένα ευρύτερο δημογραφικό και πολιτικό ζήτημα. Οι Άραβες πολίτες αποτελούν περίπου το 21% του πληθυσμού του Ισραήλ, ενώ η αυξανόμενη βαρύτητα των υπερορθόδοξων Εβραίων μεταβάλλει σταδιακά τις ισορροπίες. Για τον Σεγκαλόβιτς, ο αποκλεισμός της αραβικής κοινότητας από την πολιτική εκπροσώπηση υπονομεύει και την εθνική ασφάλεια, καθώς αποδυναμώνει τη συνοχή μιας κοινωνίας που χρειάζεται κοινό πολιτικό προσανατολισμό. Η συνεργασία με το Ραάμ, υπό τον Μανσούρ Αμπάς, έχει ήδη ιστορικό προηγούμενο από τη βραχύβια κυβερνητική συμμαχία του 2021, αλλά η αποδοχή της παραμένει αβέβαιη.

Η αντιπαράθεση εκτυλίσσεται σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής εξάντλησης. Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, που προκάλεσε περίπου 1.200 θανάτους στο Ισραήλ και την ομηρία 251 ανθρώπων, η προοπτική λύσης δύο κρατών υποχώρησε ακόμη περισσότερο από τον δημόσιο διάλογο. Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες επιχειρήσεις στη Γάζα και σε άλλα μέτωπα, οι εκτεταμένες υποχρεώσεις των εφέδρων και η αντιπαράθεση για τη στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων εντείνουν την κόπωση. Η πολιτική συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στην παραμονή του Νετανιάχου στην εξουσία και λιγότερο στις μακροπρόθεσμες συνέπειες της ισραηλινής πολιτικής για τους Παλαιστινίους.

Η τελική έκβαση θα κρίνει περισσότερα από τον σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης. Μια νίκη της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξάρτητη έρευνα για τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου, αλλαγή της διεθνούς προσέγγισης του Ισραήλ και αυστηρότερη αντιμετώπιση της βίας των εποίκων.

Αντίθετα, η επικράτηση της σκληρής Δεξιάς θα ενίσχυε την προοπτική μόνιμου ελέγχου της Δυτικής Όχθης και περαιτέρω απομάκρυνσης από την πολιτική ισότητα.

Το βασικό δίλημμα παραμένει αν ο σιωνισμός θα συνδεθεί με την εδαφική κυριαρχία και την εθνοτική περιχαράκωση ή αν θα επιχειρηθεί η διάσωσή του μέσα από ένα δημοκρατικό κράτος που αναγνωρίζει τα δικαιώματα όλων των πολιτών του.

Διαβαστε επισης