Τι κοινό έχουν οι γερμανικές εταιρείες Birkenstock, Viessmann, Linde και EBM Papst; Η απάντηση είναι απλή: Όλες έχουν εξαγοραστεί από επενδυτές με έδρα τις ΗΠΑ.
Φαίνεται ότι οι παραδοσιακές και οι οικογενειακές γερμανικές επιχειρήσεις θεωρούνται ιδιαίτερα ελκυστικές για τα αμερικανικά επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Σύμφωνα με την εταιρεία παροχής χρηματοοικονομικών δεδομένων Pitchbookgab, τον περασμένο χρόνο Αμερικανοί επενδυτές εξαγόρασαν 76 γερμανικές επιχειρήσεις του είδους ή απέκτησαν σημαντικό μετοχικό μερίδιο σε αυτές.
Για τον σκοπό αυτό εκταμιεύθηκαν το 2025 περίπου 29,5 εκατομμύρια δολάρια, ποσό σχεδόν διπλάσιο από το αντίστοιχο του έτους 2022. Μέχρι τις 19 Αυγούστου 2026, οι Αμερικανοί είχαν επενδύσει άλλα 23,9 εκ. δολάρια.
«Διάδοχος» ή επενδυτής;
«Το ενδιαφέρον των Αμερικανών παραμένει αμείωτο» λέει στην Deutsche Welle ο Σαμάρ Αχμάντ Άλμπρεχτ-Μαχμούντ από τη Veracity Capital Investments με έδρα τη Φρανκφούρτη, εταιρεία που παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σε όσους ενδιαφέρονται να επενδύσουν στη γερμανική αγορά. Ιδιαίτερα στη βιομηχανία και τη μεταποίηση πολλές γερμανικές επιχειρήσεις θεωρούνται ελκυστικές, διότι «διαθέτουν υψηλή εξειδίκευση, μεγάλο πελατολόγιο και προηγμένη τεχνογνωσία στον τομέα τους» σημειώνει ο Άλμπρεχτ-Μαχμούντ.
Ένας ακόμα καθοριστικός παράγοντας είναι ότι πολλοί ιδρυτές ή ιδιοκτήτες επιτυχημένων οικογενειακών επιχειρήσεων φτάνουν σε μία ηλικία, στην οποία και οι ίδιοι είναι αναγκασμένοι να εξετάσουν το ενδεχόμενο μεταβίβασης της επιχείρησης. Έτσι, «από τη στιγμή που δεν υπάρχει επίδοξος διάδοχος ανάμεσα στα νεότερα μέλη της οικογένειας, αναγκαστικά βγαίνουν "στο σφυρί" επιχειρήσεις, οι οποίες πριν από λίγα χρόνια δεν φανταζόμασταν καν ότι πωλούνται...».
Γραμμή παραγωγής στο Μούλφινγκεν της Γερμανίας για την Ebm-PapstΓραμμή παραγωγής στο Μούλφινγκεν της Γερμανίας για την Ebm-Papst
Κατασκευή ανεμιστήρων στο εργοστάσιο της Ebm-Papst στο Μούλφινγκεν της ΓερμανίαςΕικόνα: Philipp Reinhard/ebm-papst
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η εξαγορά της Ebm-Papst, εταιρείας που κατασκευάζει ανεμιστήρες στο Μούλφινγκεν της Βάδης-Βυρτεμβέργης, από την αμερικανική Madison Air έναντι 5,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Επίσης, τον περασμένο Ιούνιο η αμερικανική εταιρεία «εναλλακτικών επενδύσεων» Bain Capital είχε αποκτήσει το 51% της παραδοσιακής γερμανικής επιχείρησης Everllence (πρώην MAN Energy Solutions).
Περισσότερες επενδύσεις, λιγότερες εξαγορές
Σύμφωνα με το επιχειρηματικό δίκτυο DDW, οι ΗΠΑ επενδύουν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα σε γερμανικές επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, από τις 7.861 γερμανικές επιχειρήσεις που καταγράφονται στην τράπεζα δεδομένων του δικτύου να έχουν αλλάξει χέρια, οι 1.750 έχουν σήμερα Αμερικανό ιδιοκτήτη.
Σε αντίστοιχη έκθεση της ProcewaterhouseCoopers (PwC) σημειώνεται ότι η Γερμανία είναι ελκυστικός επενδυτικός προορισμός. Ακόμα και αν δεν πληθαίνουν οι εξαγορές, αυξάνονται σημαντικά τα κεφάλαια που διαθέτουν οι Αμερικανοί επενδυτές, τονίζουν οι αναλυτές της PwC.
Ξεχωριστή επένδυση θεωρείται η απορρόφηση της BASF Coatings, θυγατρικής εταιρείας επιχρισμάτων του γερμανικού ομίλου χημικών βιομηχανιών BASF, από την αμερικανική εταιρεία ιδιωτικών κεφαλαίων Carlyle και το κρατικό επενδυτικό ταμείο του Κατάρ (Qatar Investment Authority) έναντι 7,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η συμφωνία είχε υπογραφεί τον περασμένο Οκτώβριο και υλοποιήθηκε στις 30 Ιουνίου του 2026.
Αναμένοντας μεταρρυθμίσεις
Σύμφωνα με επίκαιρη έρευνα του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στη Γερμανία, οι περισσότερες αμερικανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη γερμανική αγορά επιθυμούν να επεκτείνουν την παρουσία τους.
Το 62% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι συνθήκες θα βελτιωθούν τα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια, ενώ το 52% σκοπεύει να διευρύνει τις δραστηριότητές του μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.