Διεθνή

Δισεκατομμύρια και οικογενειακά συμφέροντα στη συμφωνία ΗΠΑ-Καζακστάν για κρίσιμα ορυκτά


Σοβαρές καταγγελίες περί σύγκρουσης συμφερόντων αντιμετωπίζει η στρατηγική συμφωνία των ΗΠΑ για την εξασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά του Καζακστάν, καθώς εταιρείες που συνδέονται με τους γιους του Ντόναλντ Τραμπ και του υπουργού Εμπορίου, Χάουαρντ Λάτνικ απέκτησαν οικονομικό όφελος, από επενδύσεις σε έργο που προωθήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από την αμερικανική κυβέρνηση.

Οι πολιτικές και ηθικές αντιδράσεις αφορούν -κυρίως, αλλά όχι μόνο- τη συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων με το Καζακστάν για την αξιοποίηση τεράστιου κοιτάσματος βολφραμίου, καθώς αποκαλύπτονται οικονομικές διασυνδέσεις των οικογενειών Τραμπ και Λάτνικ με επενδυτικά σχήματα που επωφελούνται από κρατική χρηματοδότηση και κυβερνητικές αποφάσεις.

Η συμφωνία εξασφάλισε στις ΗΠΑ πρόσβαση σε ένα από τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα βολφραμίου παγκοσμίως, στην περιοχή Ουνρέκ του Καζακστάν. Το μέταλλο θεωρείται κρίσιμη πρώτη ύλη για τη σύγχρονη αμυντική βιομηχανία, καθώς χρησιμοποιείται στην παραγωγή πυραυλικών κεφαλών, μαχητικών αεροσκαφών, ηλεκτρονικών συστημάτων, μικροτσίπ και άλλων στρατηγικών εφαρμογών.

Η συμφωνία διαμορφώθηκε ύστερα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, που κορυφώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2025 στη Νέα Υόρκη. Κατά τη διάρκεια συνάντησης του υπουργού Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λάτνικ, με τον πρόεδρο του Καζακστάν, Κασίμ-Ζομάρτ Τοκάγιεφ, ο Ντόναλντ Τραμπ συμμετείχε τηλεφωνικά στις τελικές συνομιλίες, συμβάλλοντας - σύμφωνα με τους εμπλεκόμενους - στην οριστικοποίηση της πολιτικής συμφωνίας.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεσμεύθηκε να υποστηρίξει το έργο τόσο διπλωματικά, όσο και χρηματοδοτικά. Πριν ακόμη υπογραφεί η τελική συμφωνία, είχαν εγκριθεί προκαταρκτικές αιτήσεις για κρατική χρηματοδότηση έως και 1,6 δισ. δολαρίων προς την αμερικανική εταιρεία Kaz Resources (πρώην Cove Kaz), η οποία σχεδιάζει να ξεκινήσει την ανάπτυξη του μεταλλείου.

Το έργο προβλέπει ότι η Kaz Resources θα κατέχει το 70% της κοινοπραξίας, ενώ το υπόλοιπο 30% θα ανήκει στην κρατική μεταλλευτική εταιρεία του Καζακστάν. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εταιρείας, το κοίτασμα ενδέχεται να περιέχει βολφράμιο αξίας έως και 80 δισ. δολαρίων, ενώ η ετήσια παραγωγή θα μπορούσε να φθάσει περίπου τους 12.000 τόνους, ποσότητα αντίστοιχη με τις σημερινές ετήσιες αμερικανικές εισαγωγές.

Οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις των οικογενειών Τραμπ και Λάτνικ

Η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική διάσταση όταν αποκαλύφθηκε ότι, ενώ οι κυβερνητικές διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη, εταιρείες που συνδέονται οικονομικά με τους γιους του Ντόναλντ Τραμπ και του Χάουαρντ Λάτνικ απέκτησαν συμμετοχές σε επενδυτικά σχήματα που σχετίζονται άμεσα με το έργο.

Λίγες εβδομάδες μετά τις συνομιλίες στη Νέα Υόρκη, επενδυτές της χρηματιστηριακής Dominari Securities, εταιρείας με έδρα στον Πύργο Τραμπ και μερικής ιδιοκτησίας των Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ, συμμετείχαν στην απόκτηση ποσοστού 20% σε εταιρική δομή που συνδέεται με το μεταλλευτικό έργο στο Καζακστάν. Η συμμετοχή αυτή δεν είχε δημοσιοποιηθεί όταν πραγματοποιήθηκε.

Την ίδια περίοδο, η Cantor Fitzgerald, ο επενδυτικός όμιλος που ελέγχεται πλέον από την οικογένεια Λάτνικ και διοικείται από τους γιους του υπουργού, Μπράντον και Κάιλ Λάτνικ, ανέλαβε την άντληση 210 εκατ. δολαρίων για λογαριασμό της ASP Isotopes, εταιρείας που συμμετείχε στο ίδιο επιχειρηματικό σχήμα. Τέτοιες χρηματοδοτήσεις αποφέρουν συνήθως σημαντικές αμοιβές στις επενδυτικές τράπεζες που τις οργανώνουν.

Η τελική διακρατική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Καζακστάν υπογράφηκε στις 6 Νοεμβρίου, μόλις έξι ημέρες μετά την ολοκλήρωση της επένδυσης στην οποία συμμετείχαν οι γιοι του Αμερικανού προέδρου μέσω της Dominari.

Σύμφωνα με έρευνα των New York Times, οι οικογένειες Τραμπ και Λάτνικ διατηρούν οικονομικές σχέσεις με τουλάχιστον 14 εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών και συνεργάζονται ενεργά με την αμερικανική κυβέρνηση. Οι εταιρείες αυτές είτε έχουν ήδη λάβει κρατική χρηματοδότηση, είτε αναμένουν εγκρίσεις ή άδειες από το υπουργείο Εμπορίου, ενώ η συνολική χρηματοδοτική στήριξη που έχει εγκριθεί ή εξετάζεται να δοθεί υπερβαίνει τα 8,9 δισ. δολάρια.

Επενδυτικός πυρετός... συμφερόντων

Η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα αμερικανικών επενδύσεων στα κρίσιμα ορυκτά, το οποίο επιταχύνθηκε μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Η Κίνα, που κυριαρχεί εδώ και χρόνια στην παγκόσμια αγορά βολφραμίου, περιόρισε τις εξαγωγές του μετάλλου και άλλων κρίσιμων πρώτων υλών, προκαλώντας εκτόξευση των διεθνών τιμών. Η εξέλιξη αυτή ώθησε την αμερικανική κυβέρνηση να κινητοποιήσει πρωτοφανείς δημόσιους πόρους για τη δημιουργία νέων αλυσίδων εφοδιασμού.

Μόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Τραμπ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει εγκρίνει ή εξετάζει τη χρηματοδότηση 60 έργων κρίσιμων ορυκτών διεθνώς, συνολικού ύψους περίπου 18,6 δισ. δολαρίων μέσω δανείων, εγγυήσεων και άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων. Σύμφωνα με την BMO Capital Markets, πρόκειται για τη μεγαλύτερη κινητοποίηση κρατικών κεφαλαίων στην ιστορία των ΗΠΑ για τον συγκεκριμένο τομέα.

Το επενδυτικό ενδιαφέρον έχει δημιουργήσει ένα νέο «πυρετό χρυσού», καθώς νεοφυείς και μικρότερες εταιρείες επιδιώκουν να επωφεληθούν από τα ομοσπονδιακά προγράμματα. Μεταξύ αυτών βρίσκεται και η Vulcan Elements, στην οποία συμμετέχει ως επενδυτής ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ μέσω άλλου επενδυτικού σχήματος. Λίγους μήνες αργότερα, η εταιρεία εξασφάλισε σχεδόν 700 εκατ. δολάρια κρατικής χρηματοδότησης για την επέκταση της παραγωγής της στη Βόρεια Καρολίνα.

Παράλληλα, το Καζακστάν επιχειρεί να αξιοποιήσει τη νέα γεωπολιτική συγκυρία, προβάλλοντας τον εαυτό του ως βασικό προμηθευτή κρίσιμων ορυκτών της Δύσης. Η χώρα διαθέτει δυνατότητα παραγωγής και επεξεργασίας 25 από τα 60 υλικά που περιλαμβάνονται στον αμερικανικό κατάλογο κρίσιμων ορυκτών, επιδιώκοντας να ενισχύσει τον ρόλο της στη διεθνή αγορά.

Ο ρόλος του Πίνι Άλτχαους και η στήριξη της κυβέρνησης

Κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση αποτελεί ο γεννημένος στην Αυστραλία ραβίνος και επιχειρηματίας Πίνι Άλτχαους, εκτελεστικός πρόεδρος της Kaz Resources και ιδρυτής της USA Rare Earth. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι επαφές του με την αμερικανική κυβέρνηση για το έργο είχαν ξεκινήσει ήδη από την προεδρία του Τζο Μπάιντεν και ότι η επιτυχία της συμφωνίας δεν οφείλεται σε πολιτικές παρεμβάσεις υπέρ συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Παραδέχεται, ωστόσο, ότι αργότερα πληροφορήθηκε τη συμμετοχή επενδυτικών σχημάτων που συνδέονται με την οικογένεια Τραμπ και αναγνωρίζει ότι αυτή δημιουργεί εύλογες εντυπώσεις.

Όπως υποστηρίζει, ουδέποτε είχε προσωπική επαφή με τους γιους του Αμερικανού προέδρου και θεωρεί ότι το έργο υπερβαίνει τα πρόσωπα και τις πολιτικές συγκυρίες, καθώς εξυπηρετεί μία στρατηγική ανάγκη των Ηνωμένων Πολιτειών για διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας κρίσιμων μετάλλων.

Παράλληλα, η USA Rare Earth, στην οποία διατηρεί μετοχική συμμετοχή, εξασφάλισε επίσης κρατική στήριξη έως και 1,6 δισ. δολαρίων, ενώ η Cantor Fitzgerald ανέλαβε σειρά χρηματοδοτικών συναλλαγών που συγκέντρωσαν συνολικά περίπου 1,5 δισ. δολάρια για την εταιρεία, αποκομίζοντας σημαντικές αμοιβές.

Πολιτικές αντιδράσεις και κατηγορίες

Οι αποκαλύψεις έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο Κογκρέσο, με Δημοκρατικούς βουλευτές να ζητούν έρευνα για το κατά πόσο δημόσιες αποφάσεις και κρατική χρηματοδότηση επηρεάζονται από ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα των οικογενειών Τραμπ και Λάτνικ.

Η βουλευτής του Όρεγκον, Μαξίν Ντέξτερ, που συμμετέχει στην αρμόδια επιτροπή ελέγχου, υποστήριξε ότι το Κογκρέσο οφείλει να διασφαλίσει πως τα χρήματα των φορολογουμένων χρησιμοποιούνται αποκλειστικά προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και όχι συγγενικών προσώπων αξιωματούχων της κυβέρνησης.

Ακόμη και κυβερνητικοί αξιωματούχοι που συμμετείχαν στις διαδικασίες, εξέφρασαν στους New York Times κατ' ιδίαν προβληματισμό για την ταυτόχρονη εμπλοκή επιχειρηματικών συμφερόντων των δύο οικογενειών σε έργα που λαμβάνουν κρατική υποστήριξη.

Από την πλευρά τους, τόσο ο Λευκός Οίκος όσο και το υπουργείο Εμπορίου απορρίπτουν κατηγορηματικά κάθε υπόνοια αθέμιτης σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος.

Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου υποστήριξε ότι μοναδικό κριτήριο των αποφάσεων της κυβέρνησης αποτελεί η ενίσχυση της εθνικής και οικονομικής ασφάλειας των ΗΠΑ μέσω της διασφάλισης κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού.

Αντίστοιχα, η Cantor Fitzgerald διαβεβαιώνει ότι τα στελέχη της δεν συμμετείχαν σε κυβερνητικές συζητήσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση πελατών της, ενώ το υπουργείο Εμπορίου υπογραμμίζει ότι ο Χάουαρντ Λάτνικ έχει εκχωρήσει το ιδιοκτησιακό του μερίδιο στην εταιρεία και δεν υπήρξε καμία επικοινωνία μεταξύ του υπουργείου και της Cantor για τα συγκεκριμένα έργα.

Οι Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ δηλώνουν επίσης ότι δεν είχαν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της συμφωνίας, χαρακτηρίζοντας τη συμμετοχή τους αποκλειστικά επενδυτική, ενώ οι συνεργάτες τους υποστηρίζουν ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων, καθώς η ενίσχυση της αμερικανικής πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Διαβαστε επισης