Διεθνή

Δικαστικό «χαστούκι» στη συμφωνία Τραμπ - Εφορίας: «Παράνομη μορφή αυτοεξυπηρέτησης»


Σφοδρό πλήγμα δέχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ από ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ, καθώς δικαστής έκρινε ότι η αγωγή που είχε καταθέσει κατά της αμερικανικής φορολογικής υπηρεσίας (IRS) και η συμφωνία που ακολούθησε, αποτέλεσαν μια παράνομη προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί το δικαστικό σύστημα για να νομιμοποιηθεί μια εξαιρετικά ευνοϊκή συμφωνία με την ίδια την κυβέρνησή του.

Με απόφαση 56 σελίδων, η δικαστής Κάθλιν Μ. Γουίλιαμς του Ομοσπονδιακού Περιφερειακού Δικαστηρίου του Μαϊάμι απαγόρευσε στον Τραμπ να επικαλείται ότι οι πρωτοφανείς φορολογικές προστασίες που εξασφάλισε αποτελούν μέρος νόμιμου δικαστικού συμβιβασμού, ενώ παράλληλα παρέπεμψε για ενδεχόμενες πειθαρχικές κυρώσεις τους δικηγόρους που συμμετείχαν στην υπόθεση.

Η απόφαση δεν ακυρώνει ευθέως τη συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ του Τραμπ και του υπουργείου Δικαιοσύνης, όμως χαρακτηρίζει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των προσωπικών δικηγόρων του προέδρου και ανώτατων κυβερνητικών αξιωματούχων ως παρασκηνιακές συνεννοήσεις που δεν προέκυψαν μέσα από μια νόμιμη δικαστική διαδικασία.

Η δικαστής αναφέρει ότι η ίδια η αγωγή και ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε, αποδεικνύουν πως στόχος ήταν να προσδώσει το δικαστήριο νομιμοφάνεια, σε μια συμφωνία που παρείχε ουσιαστικά ασυλία σε πρόσωπα και επιχειρήσεις που συνδέονται με τον πρόεδρο.

Η αγωγή κατά της... κυβέρνησής του

Η υπόθεση ξεκίνησε τον Ιανουάριο, όταν ο Τραμπ στράφηκε δικαστικά κατά της IRS, κατηγορώντας την για τη διαρροή των φορολογικών του δηλώσεων κατά την πρώτη προεδρική του θητεία και ζητώντας αποζημίωση τουλάχιστον 10 δισ. δολαρίων. Αντί το υπουργείο Δικαιοσύνης να υπερασπιστεί την ομοσπονδιακή υπηρεσία, προχώρησε σε συμφωνία διευθέτησης με τον ίδιο τον πρόεδρο, η οποία περιλάμβανε δύο ιδιαίτερα αμφιλεγόμενες προβλέψεις.

Η πρώτη αφορούσε τη δημιουργία ταμείου ύψους 1,8 δισ. δολαρίων για την αποζημίωση συμμάχων του Τραμπ που υποστήριζαν ότι είχαν πέσει θύματα «εργαλειοποίησης» της κυβέρνησης. Η πρόβλεψη αυτή προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις, με τον υπηρεσιακό γενικό εισαγγελέα Τοντ Μπλανς να δηλώνει αργότερα ότι το σχέδιο δεν θα εφαρμοστεί.

Η δεύτερη, όμως, ήταν ακόμη πιο σημαντική για τον ίδιο τον πρόεδρο. Ο Τοντ Μπλανς, πρώην προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ και σήμερα υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας, υπέγραψε ξεχωριστή εντολή με την οποία παρείχε στον πρόεδρο, στα μέλη της οικογένειάς του και στις επιχειρήσεις τους πρωτοφανή προστασία από φορολογικούς ελέγχους.

Η οδηγία ζητούσε από την IRS να σταματήσει κάθε εν εξελίξει φορολογικό έλεγχο που αφορούσε τον Τραμπ, καθώς και να μην ξεκινήσει νέες έρευνες για φορολογικές δηλώσεις που είχαν ήδη κατατεθεί. Η προστασία αυτή θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική αξία για τον Τραμπ, καθώς ακόμη και μία αρνητική απόφαση της φορολογικής υπηρεσίας σε μία μόνο υπόθεση θα μπορούσε να του κοστίσει πάνω από 100 εκατ. δολάρια.

Η δικαστής έκρινε ότι ο Μπλανς πιθανότατα δεν διέθετε καν τη νόμιμη εξουσία να δώσει τέτοιες οδηγίες στην IRS και ότι η ενέργειά του παραβίαζε ομοσπονδιακή νομοθεσία που απαγορεύει στον Λευκό Οίκο να επεμβαίνει σε φορολογικές έρευνες.

«Η κυβέρνηση και ο Τραμπ ήταν το ίδιο μέρος»

Κεντρικό σημείο της απόφασης αποτελεί το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε πραγματική νομική διαφορά ανάμεσα στους δύο διαδίκους. Η δικαστής επισήμανε ότι ο πρόεδρος ουσιαστικά στρεφόταν κατά μιας υπηρεσίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, την οποία ο ίδιος ελέγχει, με αποτέλεσμα να βρίσκεται ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές της υπόθεσης.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν προέβαλε ούτε καν βασικές υπερασπιστικές γραμμές, όπως το γεγονός ότι η αγωγή είχε κατατεθεί μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας.

Κατά την ίδια, οι εμπλεκόμενοι επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν το κύρος του δικαστηρίου για να νομιμοποιήσουν ιδιωτική συμφωνία, που παρείχε γενικευμένη ασυλία και προέβλεπε διάθεση δισεκατομμυρίων δολαρίων από δημόσιους πόρους για αόριστα παράπονα.

Το συμπέρασμα της ήταν κατηγορηματικό: ο πρόεδρος και η κυβέρνηση δεν ήταν αντίδικοι αλλά αποτελούσαν «ένα ενιαίο συμφέρον».

Πειθαρχικές παραπομπές λίγο πριν την ακρόαση Μπλανς

Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και λόγω της χρονικής συγκυρίας. Η δικαστής ανακοίνωσε ότι διαβιβάζει την υπόθεση στον Δικηγορικό Σύλλογο της Φλόριντα για πιθανές πειθαρχικές διαδικασίες σε βάρος του βασικού δικηγόρου του Τραμπ, Αλεχάντρο Μπρίτο. Παράλληλα, θα αποστείλει την απόφασή της και στον Δικηγορικό Σύλλογο της Νέας Υόρκης, ο οποίος ήδη εξετάζει τη συμπεριφορά του Τοντ Μπλανς, λίγες μόλις ημέρες πριν από την ακρόασή του στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού του στη θέση του γενικού εισαγγελέα.

Στην απόφαση γίνεται επίσης αναφορά στον ανώτερο αξιωματούχο του υπουργείου Δικαιοσύνης Στάνλεϊ Γούντγουορντ Τζούνιορ, ενώ άλλος δικηγόρος του Τραμπ, ο Ντάνιελ Έπσταϊν, αποκλείεται από την άσκηση δικηγορίας στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νότιας Φλόριντα για έναν χρόνο.

Η δικαστής αφήνει ακόμη ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβληθούν και οικονομικές κυρώσεις στον πρόεδρο, επιτρέποντας σε τρίτους που συμμετείχαν στην υπόθεση ως amicus curiae να ζητήσουν την αποζημίωσή τους για τα δικαστικά έξοδα.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης απέρριψε τις αιτιάσεις της απόφασης, χαρακτηρίζοντας τη δικαστή «κομματικά προκατειλημμένη» και υποστηρίζοντας ότι υπήρχε πραγματική δικαστική διαφορά μεταξύ του Τραμπ και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Η απόφαση συνιστά μία από τις πιο δριμείες δικαστικές επικρίσεις που έχει δεχθεί μέχρι σήμερα η κυβέρνηση Τραμπ, για τον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε να αξιοποιήσει τους κρατικούς θεσμούς προς όφελος του ίδιου του προέδρου.

Διαβαστε επισης