Διεθνή

Breturn: 10 έτη από το Brexit, η Βρετανία καλοβλέπει την ΕΕ - Στο τραπέζι νέο δημοψήφισμα


Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα που έβγαλε τη Βρετανία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η συζήτηση για την ανατροπή του Brexit επιστρέφει στο πολιτικό προσκήνιο. Ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος για επανένταξη, την ώρα που οι οικονομικές συνέπειες της εξόδου εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έντονης συζήτησης.

Η λέξη "Breturn" αρχίζει να εμφανίζεται στη βρετανική πολιτική συζήτηση, καθώς η σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά ξανά κεντρική θέση. Ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ (Andy Burnham) δήλωσε ότι ένα μελλοντικό δημοψήφισμα για επιστροφή στην ΕΕ είναι «πιθανό» να περιλαμβάνεται σε προεκλογικό πρόγραμμα των Εργατικών. Δεν εισηγήθηκε, ωστόσο, τη διεξαγωγή του τώρα. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η Βρετανία πρέπει να εξετάσει τις διαθέσιμες επιλογές για τη μακροπρόθεσμη σχέση της με την Ευρώπη.

Ο Μπέρναμ, που ανέλαβε την πρωθυπουργία το καλοκαίρι, έχει αποκλείσει πρόωρες εκλογές, με την επόμενη αναμέτρηση να αναμένεται έως το 2029. Η τοποθέτησή του έχει επομένως περισσότερο χαρακτήρα πολιτικής κατεύθυνσης παρά άμεσης δέσμευσης. Όπως είπε σε συνέντευξή του στο BBC, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος «δεν θα ήταν το σωστό πράγμα τώρα», αλλά η χώρα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι η σημερινή σχέση με την ΕΕ είναι επαρκής.

Από την «ανάκτηση του ελέγχου» σε αναζήτηση νέας σχέσης

Στην ίδια συζήτηση, ο Βρετανός πρωθυπουργός περιέγραψε μια σειρά πιθανών επιλογών: από τη διατήρηση της σημερινής κατάστασης μέχρι μια τελωνειακή ένωση, στενότερη σχέση με την ενιαία αγορά ή ακόμη και πλήρη επιστροφή στην ΕΕ. Η κυβέρνηση, δηλαδή, δεν παρουσιάζει ένα συγκεκριμένο σχέδιο επανένταξης, αλλά ανοίγει τη συζήτηση για το πόσο μακριά θα μπορούσε να φτάσει η επαναπροσέγγιση.

Η αλλαγή είναι αξιοσημείωτη σε σχέση με τη ρητορική του 2016. Η εκστρατεία υπέρ του Brexit είχε στηριχθεί στο σύνθημα "take back control", με υποσχέσεις για μεγαλύτερο έλεγχο της μετανάστευσης, περισσότερους πόρους για το Εθνικό Σύστημα Υγείας και νέες εμπορικές συμφωνίες με τον υπόλοιπο κόσμο. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Μπέρναμ υποστηρίζει ότι «το Brexit δεν μας έδωσε τον έλεγχο» και ότι η Βρετανία χρειάζεται μια πιο σταθερή μακροπρόθεσμη σχέση με τη μεγαλύτερη αγορά της.

Η στροφή αυτή δεν σημαίνει ότι η Βρετανία βρίσκεται κοντά στην επιστροφή της στην ΕΕ. Ακόμη και μια πολιτική απόφαση υπέρ της επανένταξης θα απαιτούσε διαπραγματεύσεις με τα κράτη-μέλη και αποδοχή των όρων της Ένωσης. Άλλωστε, το πολιτικό τοπίο στη Βρετανία έχει αλλάξει σημαντικά και δεν είναι δεδομένο πως υπάρχει σήμερα πλειοψηφία υπέρ της πλήρους επιστροφής.

Το Brexit και ο λογαριασμός της δεκαετίας

Η οικονομική διάσταση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η συζήτηση επιστρέφει. Η Βρετανία δεν γνώρισε το αναπτυξιακό άλμα που είχαν υποσχεθεί οι υποστηρικτές της εξόδου, ενώ η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις επιπτώσεις από τα αυξημένα εμπόδια στις εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη. Το ανεξάρτητο Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης (Office for Budget Responsibility – OBR) εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα το ΑΕΠ θα είναι περίπου 4% χαμηλότερο σε σχέση με ένα σενάριο παραμονής στην ΕΕ.

Νεότερη έρευνα του Εθνικού Γραφείου Οικονομικών Ερευνών των ΗΠΑ (NBER) δίνει ακόμη μεγαλύτερη εκτίμηση: έως το τέλος του 2025, το βρετανικό ΑΕΠ ήταν 6% έως 8% χαμηλότερο από αυτό που θα ήταν εάν η χώρα είχε παραμείνει στην ΕΕ. Η ίδια μελέτη εκτιμά ότι οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 12%-13%, ενώ η απασχόληση και η παραγωγικότητα ήταν κατά 3% έως 4% χαμηλότερες. Οι ερευνητές αποδίδουν τις απώλειες μεταξύ άλλων στην αβεβαιότητα, στο υψηλότερο κόστος εμπορίου και στον χρόνο και τους πόρους που απορρόφησε η διαδικασία του Brexit.

Επιστροφή στην ΕΕ ή απλώς λιγότερο Brexit;

Για τον Τζέιμς Σμιθ, οικονομολόγο ανεπτυγμένων αγορών της ING, η δήλωση Μπέρναμ έχει πολιτική σημασία, αλλά η οικονομική επίδραση θα εξαρτηθεί από συγκεκριμένες αλλαγές στη σχέση με την ΕΕ. Η προηγούμενη μετάβαση από το δημοψήφισμα του 2016 στη νέα οικονομική σχέση χρειάστηκε περισσότερα από πέντε χρόνια και μια νέα συμφωνία θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη πιο χρονοβόρα.

Ο Στιβ Νόλαν, οικονομολόγος στο Liverpool John Moores University, υποστηρίζει ότι μια στενότερη σχέση θα μπορούσε να αποφέρει οικονομικά οφέλη, αλλά η διαδρομή θα ήταν δύσκολη. Σε περίπτωση πλήρους επανένταξης, η Βρετανία θα μπορούσε να χρειαστεί να αποδεχθεί όρους που σήμερα έχουν πολιτικό και οικονομικό κόστος, όπως η ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων και, ανάλογα με τους όρους ένταξης, η συμμετοχή στο ευρώ.

Παράλληλα, ο Νάιτζελ Γκριν, διευθύνων σύμβουλος της DeVere Group, εκτιμά ότι μια πιο σταθερή σχέση με την Ευρώπη θα μπορούσε να ενισχύσει τη στερλίνα και τις βρετανικές μετοχές που έχουν μείνει πίσω επί χρόνια. Προειδοποιεί όμως ότι η στενότερη σύνδεση με την Ευρώπη δεν αρκεί από μόνη της: η Βρετανία θα πρέπει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει το υψηλό φορολογικό βάρος, τις καθυστερήσεις στον σχεδιασμό και την αβεβαιότητα της οικονομικής πολιτικής.

Δέκα χρόνια μετά την κάλπη της 23ης Ιουνίου 2016, όταν το 52% ψήφισε υπέρ της εξόδου, έναντι 48% υπέρ της παραμονής, το Brexit έχει περάσει από την υπόσχεση μιας νέας εποχής σε αντικείμενο επανεκτίμησης. Η Βρετανία δεν βρίσκεται μπροστά σε μια άμεση επιστροφή στην ΕΕ. Για πρώτη φορά όμως σε αυτό το επίπεδο πολιτικής συζήτησης, η επιλογή του "Breturn" έχει πάψει να θεωρείται αδιανόητη.

Διαβαστε επισης