Διεθνή

30άρηδες στις ΗΠΑ "όπως Ελλάδα": Ούτε σπίτι, ούτε παιδιά, ούτε η ζωή που περίμεναν


Για τη σημερινή γενιά των 30 η σταθερή εργασία και οι σπουδές δεν εγγυώνται πλέον το σπίτι, την οικογένεια και την οικονομική ασφάλεια που θεωρούνταν αυτονόητα για τους γονείς της. Η ακρίβεια, τα υψηλά ενοίκια και το κόστος ανατροφής παιδιών μετατρέπουν την ενηλικίωση σε μια διαρκή άσκηση οικονομικών συμβιβασμών. Δεν μιλάμε για την Ελλάδα, αλλά για τις ΗΠΑ.

Η γενιά που μεγάλωσε με την υπόσχεση ότι οι σπουδές, η επαγγελματική ανέλιξη και η συνετή διαχείριση των χρημάτων οδηγούν σε μια άνετη ζωή διαπιστώνει ότι οι κανόνες έχουν αλλάξει. Στη Νέα Υόρκη, νέοι επαγγελματίες με πλήρη απασχόληση δυσκολεύονται να αποταμιεύσουν, να αποκτήσουν σπίτι ή να κάνουν παιδιά, ενώ ακόμη και ο γάμος μετατρέπεται σε δαπάνη που απαιτεί δεύτερες σκέψεις. Ρεπορτάζ των New York Times καταγράφει μια γενικότερη οικονομική και κοινωνική δυσφορία, η οποία δεν περιορίζεται σε όσους βρίσκονται χαμηλά στην εισοδηματική κλίμακα.

Το μέσο ζητούμενο ενοίκιο για διαμέρισμα στο Μανχάταν έχει φτάσει τα 6.000 δολάρια τον μήνα, ενώ εργαζόμενοι με πανεπιστημιακή μόρφωση εξακολουθούν να επιβαρύνονται με υψηλές δόσεις φοιτητικών δανείων και αυξανόμενα έξοδα υγείας. Η καθημερινότητα προσαρμόζεται αναγκαστικά: λιγότερες έξοδοι, περιορισμός προσωπικών δαπανών και αναζήτηση προσφορών ακόμη και για τα βασικά είδη διατροφής.

Το αμερικανικό όνειρο με ενοίκιο και δόσεις

Η απόσταση από τις προηγούμενες γενιές γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στα ορόσημα της ενήλικης ζωής. Εκεί όπου κάποτε ένας γάμος στα μέσα της δεκαετίας των 20, η απόκτηση παιδιών πριν από τα 30 και η αγορά κατοικίας θεωρούνταν σχετικά φυσική εξέλιξη, σήμερα οι ίδιες επιλογές μετατίθενται επ’ αόριστον. Ακόμη και ζευγάρια με δύο εισοδήματα και σταθερές δουλειές διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τον χώρο που χρειάζονται για να μεγαλώσουν μια οικογένεια.

Η επιβάρυνση δεν αφορά μόνο τα ακίνητα. Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center, οι Αμερικανοί θεωρούν ευρύτερα ότι οι οικονομικοί στόχοι είναι δυσκολότερο να επιτευχθούν για τους σημερινούς νέους σε σύγκριση με την εποχή των γονιών τους. Παράλληλα, το ποσοστό όσων θεωρούν ότι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά την ανατροφή παιδιών αυξήθηκε κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μία δεκαετία. Παρά το υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, οι σημερινοί τριαντάρηδες έχουν υπερδιπλάσια πιθανότητα να εξακολουθούν να πληρώνουν σημαντικά φοιτητικά δάνεια σε σχέση με προηγούμενες γενιές.

Η αίσθηση ότι οι προσπάθειες δεν αποδίδουν ενισχύεται από τη στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αυξήσεις των μισθών μετά το 2020 αποδεικνύονται ελάχιστες όταν προσαρμοστούν στον πληθωρισμό, ενώ οι μηνιαίες δόσεις δανείων και τα έξοδα διαβίωσης αυξάνονται. Για αρκετούς, η οικονομική βοήθεια από τους γονείς δεν αποτελεί πλέον ένα προσωρινό δίχτυ ασφαλείας, αλλά τη μοναδική ρεαλιστική οδό προς την ιδιοκατοίκηση.

Από την αναβολή της οικογένειας στην πολιτική δυσαρέσκεια

Η πίεση αυτή επηρεάζει τις αποφάσεις για γάμο, παιδιά και τόπο κατοικίας. Ζευγάρια επανεξετάζουν αν μπορούν να αντέξουν το κόστος ενός παιδιού, ενώ άλλοι εγκαταλείπουν τη Νέα Υόρκη αναζητώντας φθηνότερη στέγαση και περισσότερο χώρο. Η φυγή νέων επαγγελματιών με οικογένειες έχει συμβάλει και στην κρίση εγγραφών στο σχολικό σύστημα της πόλης, αναδεικνύοντας τις δημογραφικές συνέπειες του υψηλού κόστους ζωής.

Η δυσαρέσκεια έχει συνέπειες και στην πολιτική. Οι τριαντάρηδες αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες στις ΗΠΑ και η απογοήτευσή τους από τις τιμές των ενοικίων, των καυσίμων και των καθημερινών αγαθών επηρεάζει τις πολιτικές τους επιλογές. Στη Νέα Υόρκη, η συγκεκριμένη γενιά συνέβαλε στην ενίσχυση των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής και στην εκλογική άνοδο του Ζόραν Μαμντάνι και άλλων προοδευτικών υποψηφίων. Σε εθνικό επίπεδο, η οικονομική ανασφάλεια αναδεικνύεται σε παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.

Ενδεικτική της αλλαγής προσδοκιών είναι και η φθινοπωρινή δημοσκόπηση του Harvard Youth Poll, η οποία, για πρώτη φορά στην ιστορία της, κατέγραψε περισσότερους νέους Αμερικανούς να αναμένουν ότι θα βρεθούν οικονομικά σε χειρότερη θέση από τους γονείς τους παρά ότι θα τους ξεπεράσουν. Δεν πρόκειται απλώς για καθυστερούμενος γάμους ή αγορές κατοικιών, αλλά για αμφισβήτηση της ίδιας της υπόσχεσης της κοινωνικής ανόδου μέσω της εργασίας.

Ωστόσο, η καθυστέρηση των παραδοσιακών ορόσημων δεν έχει παντού την ίδια σημασία. Σε ορισμένα περιβάλλοντα, η συγκατοίκηση, η μεγαλύτερη ηλικία απόκτησης παιδιών και οι λιγότερο συμβατικές επιλογές ζωής αντιμετωπίζονται με μικρότερο κοινωνικό στίγμα. Η αλλαγή των προσδοκιών μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερία, χωρίς όμως να εξαλείφει την οικονομική πίεση. Για τη γενιά των 30, το βασικό πρόβλημα παραμένει ότι η σκληρή δουλειά δεν αρκεί πλέον για να εξασφαλίσει το επίπεδο ζωής που θεωρούνταν εφικτό για την προηγούμενη γενιά.

Διαβαστε επισης