Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ έχει φτάσει στο Πεκίνο αναζητώντας συμφωνίες και γεωπολιτική αποκλιμάκωση, ο Σι Τζινπίνγκ εμφανίζεται να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος, αξιοποιώντας τον πόλεμο στο Ιράν, την επιρροή της Κίνας στην Τεχεράνη και την αίσθηση ότι οι ΗΠΑ δυσκολεύονται πλέον να διαχειριστούν ταυτόχρονα πολλαπλά μέτωπα ισχύος.
Όταν ο Σι είχε συναντήσει τον Τραμπ πέρυσι, το βασικό όπλο πίεσης της Κίνας ήταν ο έλεγχος κρίσιμων ορυκτών και σπάνιων γαιών. Σήμερα, όμως, το Πεκίνο διαθέτει ένα ακόμα ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί: τη σχέση του με το Ιράν και τον ρόλο του στη Μέση Ανατολή.
Ενώ οι ΗΠΑ εμπλέκονται στρατιωτικά στον πόλεμο με το Ιράν, ο Σι επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας, καλώντας σε ειρήνη και δεχόμενος στο Πεκίνο αξιωματούχους από τον Κόλπο και την Ευρώπη που αναζητούν κινεζική παρέμβαση για αποκλιμάκωση.
Ιδιαίτερο συμβολισμό είχε και η επίσκεψη του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί στην κινεζική πρωτεύουσα λίγο πριν από τη συνάντηση Σι - Τραμπ, σε μία κίνηση που υπενθύμισε τη στενή επιρροή που διατηρεί το Πεκίνο στην Τεχεράνη.
Και την Κίνα, βέβαια, η κρίση έχει κόστος. Η άνοδος των τιμών ενέργειας πιέζει την οικονομία της, ενώ μία παγκόσμια ύφεση θα έπληττε σοβαρά τις εξαγωγές της. Παράλληλα, μεγάλο μέρος των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου περνά από τα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη διατήρηση της ναυσιπλοΐας στην περιοχή.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο θα μπορούσε να συνεργαστεί παρασκηνιακά με την Ουάσινγκτον, ώστε να διασφαλιστεί ότι το Ιράν δεν θα κλείσει τα Στενά, προσφέροντας παράλληλα στην Τεχεράνη οικονομικά ανταλλάγματα, επενδύσεις και στήριξη για μεταπολεμική ανοικοδόμηση.
Ωστόσο, η κινεζική ηγεσία αποφεύγει να εμπλακεί άμεσα σε μία στρατιωτική σύγκρουση που θεωρεί κυρίως αμερικανικό πρόβλημα.
Η Ταϊβάν στο πραγματικό επίκεντρο της συνάντησης
Παρά τη σημασία της κρίσης στη Μέση Ανατολή, ο βασικός στρατηγικός στόχος του Σι βρίσκεται αλλού: στην Ταϊβάν. Το Πεκίνο επιδιώκει εδώ και χρόνια να περιορίσει σταδιακά την αμερικανική στήριξη προς το αυτοδιοικούμενο νησί, το οποίο θεωρεί κινεζικό έδαφος.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη καθυστερήσει πακέτο εξοπλισμών ύψους 13 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν ώστε να μην προκαλέσει τον Σι. Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι σκοπεύει να συζητήσει με την Κίνα το ζήτημα των πωλήσεων όπλων στην Ταϊβάν, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορική μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής.
Μία τέτοια συζήτηση θα ερχόταν σε αντίθεση με τις λεγόμενες «Έξι Διαβεβαιώσεις» της εποχής Ρόναλντ Ρίγκαν, σύμφωνα με τις οποίες οι ΗΠΑ δεν διαβουλεύονται με το Πεκίνο πριν από πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν.
Για την κινεζική ηγεσία, ακόμη και η αποδοχή μιας τέτοιας συζήτησης από τον Τραμπ θα αποτελούσε σημαντική διπλωματική νίκη.
Στο Πεκίνο ενισχύεται επίσης η άποψη, ότι ο πόλεμος με το Ιράν αποκάλυψε αδυναμίες της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Κινέζοι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να μεταφέρουν στρατιωτικά μέσα εκτός Ασίας και να καταναλώσουν κρίσιμα αποθέματα πυρομαχικών, γεγονός που -κατά την εκτίμησή τους- μειώνει την ικανότητα της Ουάσινγκτον να εμπλακεί σε ταυτόχρονη σύγκρουση με την Κίνα για την Ταϊβάν.
Η Κίνα δεν ζητά συμφωνία, ζητά χρόνο
Πέρα από τις επιμέρους διαπραγματεύσεις, ο Σι φαίνεται να επιδιώκει κάτι βαθύτερο: την αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμης υπερδύναμης απέναντι στις ΗΠΑ και του ίδιου ως γεωπολιτικού ισοδύναμου του Τραμπ.
Το αφήγημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Το Πεκίνο θεωρεί ότι η σχέση των δύο χωρών πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ως μία σχέση «διαχειριζόμενης συνύπαρξης» ανάμεσα σε δύο ισότιμες δυνάμεις και όχι ως σχέση ηγεμόνα και ανταγωνιστή.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα ζητά σταθερότητα. Δεν επιδιώκει απαραίτητα μία μεγάλη νέα συμφωνία με τις ΗΠΑ, αλλά κυρίως την αποφυγή νέων δασμών, κυρώσεων και περιορισμών στην τεχνολογία.
Αυτός ο χρόνος είναι κρίσιμος για το Πεκίνο, καθώς επιχειρεί να ενισχύσει την οικονομική και τεχνολογική του αυτάρκεια. Μετά από χρόνια αμερικανικών περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένων τσιπ, κινεζικές εταιρείες αναπτύσσουν πλέον δικές τους εναλλακτικές, ενώ εταιρείες όπως η DeepSeek αναπτύσσουν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που παρακάμπτουν τους αμερικανικούς περιορισμούς.
Παράλληλα, το Πεκίνο έχει δείξει ότι είναι έτοιμο να απαντήσει στις πιέσεις της Ουάσινγκτον. Όταν οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις σε κινεζικό διυλιστήριο για αγορές ιρανικού πετρελαίου, η Κίνα φέρεται να έδωσε εντολή στις επιχειρήσεις της να αγνοήσουν τα αμερικανικά μέτρα.
Παρόλα αυτά, για να διατηρηθεί θετικό το κλίμα της συνάντησης, η κινεζική πλευρά ενδέχεται να προσφέρει ανταλλάγματα χαμηλού πολιτικού κόστους, όπως αγορές αεροσκαφών της Boeing, αμερικανικής σόγιας και βοδινού κρέατος.
Για την Κίνα, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μία θεαματική συμφωνία με τον Τραμπ, αλλά κάτι πολύ πιο πολύτιμο: χρόνος για να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο πριν από την επόμενη φάση της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ.