Διεθνή

Πώς η Κίνα ανάγκασε τον Τραμπ να περιορίσει τις «φιλοδοξίες» του


Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεφε στον Λευκό Οίκο, υποσχόταν τη σκληρότερη εμπορική επίθεση που έχουν δεχθεί ποτέ οι σχέσεις ΗΠΑ - Κίνας. Δασμοί-σοκ, οικονομική απομόνωση του Πεκίνου και ανατροπή της εμπορικής ισορροπίας ήταν ο πυρήνας της ατζέντας του. Έναν χρόνο αργότερα, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πιο επιθετική απέναντι σε Ευρωπαίους συμμάχους και τον Καναδά απ’ ό,τι απέναντι στην ίδια την Κίνα, ενώ η επικείμενη συνάντηση του Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο αναμένεται να κινηθεί περισσότερο στη λογική της διαχείρισης κρίσεων παρά μιας μεγάλης στρατηγικής αναμέτρησης.

Κατά την προεκλογική περίοδο ο Τραμπ μιλούσε για δασμούς άνω του 60% στα κινεζικά προϊόντα και για αναθεώρηση του ειδικού εμπορικού καθεστώτος που απολαμβάνει η Κίνα από την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Ωστόσο, η σύγκρουση με το Πεκίνο εξελίχθηκε διαφορετικά από ό,τι περίμενε η αμερικανική πλευρά.

Η Κίνα απάντησε περιορίζοντας την πρόσβαση των αμερικανικών βιομηχανιών σε σπάνιες γαίες και μαγνήτες, υλικά κρίσιμα για την παραγωγή αυτοκινήτων, ηλεκτρονικών, οπλικών συστημάτων και βιομηχανικού εξοπλισμού. Η κίνηση αυτή λειτούργησε ως προειδοποίηση για το πόσο εξαρτημένη παραμένει η αμερικανική οικονομία από κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού, ιδιαίτερα σε στρατηγικούς τομείς υψηλής τεχνολογίας και βιομηχανίας.

Απέναντι στον κίνδυνο σοβαρών διαταραχών στην αμερικανική παραγωγή, η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να εγκαταλείπει σταδιακά τα σχέδια για μια ευρύτερη οικονομική αναμέτρηση.

Η νέα προτεραιότητα: σταθερότητα

Σήμερα, ο βασικός στόχος των ΗΠΑ μοιάζει πιο περιορισμένος και πρακτικός: διατήρηση μιας στοιχειώδους σταθερότητας στις σχέσεις με το Πεκίνο και ενίσχυση αμερικανικών εξαγωγών σε τομείς όπως τα αεροσκάφη, η σόγια, το βοδινό κρέας, η αιθανόλη και τα αγροτικά προϊόντα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο πλευρές εξετάζουν ακόμη και τη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού εποπτείας εμπορικών συμφωνιών, που θα παρακολουθεί κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η μετατόπιση καταδεικνύει την αλλαγή ισορροπιών: η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον μια Κίνα που απλώς απορροφά πιέσεις, αλλά μια δύναμη έτοιμη να ανταποδώσει συμμετρικά.

Τα τελευταία χρόνια, το Πεκίνο έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο νομικό και οικονομικό οπλοστάσιο για να απαντά σε ξένες κυρώσεις και πιέσεις. Η κινεζική κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε μέτρα κατά εταιρειών που εγκαταλείπουν Κινέζους προμηθευτές λόγω αμερικανικών πιέσεων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έδωσε ακόμη και εντολή σε κινεζικές επιχειρήσεις να αγνοήσουν αμερικανικές κυρώσεις, όπως εκείνες που αφορούσαν αγορές ιρανικού πετρελαίου.

Το μήνυμα που εκπέμπει πλέον το Πεκίνο, είναι ότι διαθέτει τα μέσα να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό κόστος στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι είναι διατεθειμένο να τα χρησιμοποιήσει.

Και στο βάθος Ταϊβάν

Παρότι το εμπόριο κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση, το βαθύτερο στρατηγικό ζήτημα παραμένει η Ταϊβάν. Αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τις διαπραγματεύσεις, ώστε να αποσπάσει αμερικανικές παραχωρήσεις είτε σε τεχνολογικούς περιορισμούς, είτε στη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στο νησί.

Για την κινεζική ηγεσία η σταθερότητα στις εμπορικές σχέσεις συνδέεται άμεσα με τη γεωπολιτική ισορροπία στην Ασία και κυρίως με την αποτροπή μιας πιο επιθετικής αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει ένα ευρύτερο πρόβλημα για την αμερικανική στρατηγική: οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια οικονομική και τεχνολογική ισχύ, αλλά δεν μπορούν πλέον να επιβάλλουν μονομερώς τους όρους τους απέναντι στην Κίνα, χωρίς σημαντικό κόστος για τη δική τους οικονομία.

Η εποχή που η Ουάσιγκτον μπορούσε να χρησιμοποιεί το εμπόριο ως σχεδόν μονόπλευρο εργαλείο πίεσης φαίνεται να έχει παρέλθει. Στη θέση της αναδύεται μια πιο εύθραυστη σχέση αλληλεξάρτησης, στην οποία και οι δύο πλευρές διαθέτουν πλέον κρίσιμα «όπλα» η μία απέναντι στην άλλη.

Αυτό εξηγεί και γιατί, παρά τη σκληρή ρητορική του Τραμπ, η αμερικανική στρατηγική απέναντι στην Κίνα μοιάζει σήμερα περισσότερο με προσεκτική διαχείριση ισορροπιών, παρά με τη μεγάλη εμπορική σύγκρουση που είχε υποσχεθεί.

Διαβαστε επισης