Άμυνα & Διπλωματία

Ο Πούτιν πόνταρε ότι θα παρακάμψει τη Δύση. Μέχρι στιγμής δικαιώνεται


Η εισβολή στην Ουκρανία δεν οδήγησε τη Ρωσία στη διεθνή απομόνωση που προέβλεπαν οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα, η Μόσχα προσαρμόστηκε στις δυτικές κυρώσεις, ενίσχυσε τις σχέσεις της με τον Παγκόσμιο Νότο, δημιούργησε νέα δίκτυα εμπορίου και χρηματοδότησης και διατήρησε σημαντική πολιτική επιρροή σε χώρες που αρνήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση.

Μετά την εισβολή του Φεβρουαρίου του 2022, η Δύση επέβαλε πρωτοφανείς κυρώσεις στη Ρωσία, διέκοψε οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς και στήριξε την Ουκρανία. Η Μόσχα, όμως, δεν κατέρρευσε, ούτε έχασε την πρόσβαση στον υπόλοιπο κόσμο. Αντίθετα, έστρεψε μεγάλο μέρος της διπλωματικής και οικονομικής της ενέργειας προς την Ασία, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και άλλες χώρες του Παγκόσμιου Νότου.

Η στρατηγική αυτή βασίστηκε σε έναν συνδυασμό οικονομικής προσαρμογής, διπλωματίας, προπαγάνδας και αξιοποίησης των αντιθέσεων με τη Δύση. Η Ρωσία προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αντίβαρο στην αμερικανική ισχύ και στη δυτική επιρροή, ενώ πολλές κυβερνήσεις απέφυγαν να υιοθετήσουν τη δυτική γραμμή απέναντι στον πόλεμο.

Ντουμπάι: η οικονομική πύλη της Ρωσίας

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αναδείχθηκαν σε έναν από τους σημαντικότερους κόμβους της ρωσικής πολεμικής οικονομίας. Μετά την εισβολή, το Ντουμπάι έγινε καταφύγιο για Ρώσους επιχειρηματίες που μετέφεραν εκεί εταιρείες και περιουσιακά στοιχεία, αλλά και κέντρο εμπορικών συναλλαγών για την εισαγωγή κινεζικών προϊόντων στη Ρωσία.

Παράλληλα, ρωσικές τράπεζες χρησιμοποίησαν το εμιράτο για διακανονισμούς πληρωμών εκτός δολαρίου, ενώ εταιρείες-βιτρίνες και ένα δίκτυο πρόθυμων επαγγελματιών βοήθησαν ρωσικές επιχειρήσεις να παρακάμψουν μέρος των δυτικών περιορισμών.

Το Ντουμπάι απέκτησε επίσης κεντρικό ρόλο στο δίκτυο των λεγόμενων «σκιωδών» δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο σε αγοραστές στην Ασία. Μέσω αλλαγών στην ιδιοκτησία, στη σημαία και στη διαχείριση των πλοίων, το δίκτυο αυτό επιτρέπει στη Ρωσία να μεταφέρει πετρέλαιο, παρά τις προσπάθειες της Δύσης να περιορίσει τα έσοδα που χρηματοδοτούν τον πόλεμο.

Από τα drones στην αφρικανική προπαγάνδα

Η ρωσική στρατηγική δεν περιορίστηκε στην οικονομία. Στην ειδική οικονομική ζώνη Αλαμπούγκα, περίπου 1.000 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας, έχει αναπτυχθεί κέντρο συναρμολόγησης ιρανικής προέλευσης drones που χρησιμοποιούνται στις επιθέσεις εναντίον της Ουκρανίας.

Για τη στελέχωση της παραγωγής, ένα πρόγραμμα που εμφανιζόταν ως επαγγελματική εκπαίδευση προσέλκυσε νεαρές γυναίκες από την Αφρική με υποσχέσεις για επαγγελματική εξέλιξη και μια καλύτερη ζωή. Σύμφωνα με τις καταγγελίες, ορισμένες από αυτές βρέθηκαν να εργάζονται σε μια πολεμική βιομηχανία πολύ διαφορετική από αυτή που τους είχε παρουσιαστεί.

Η υπόθεση αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος των ευρύτερων επιχειρήσεων επιρροής της Μόσχας στην Αφρική. Η Ρωσία επιχειρεί να αξιοποιήσει την αποικιοκρατική κληρονομιά της Δύσης, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως δύναμη που αντιστέκεται στη δυτική «νεοαποικιοκρατία». Το μήνυμα βρίσκει αποδέκτες σε χώρες όπου η δυσπιστία απέναντι στις ΗΠΑ και την Ευρώπη έχει βαθιές ιστορικές ρίζες.

BRICS και διπλωματική αντεπίθεση

Η Ρωσία αξιοποίησε επίσης διεθνείς οργανισμούς και πολυμερείς συμμαχίες για να αποδείξει ότι δεν έχει μείνει μόνη. Στα Ηνωμένα Έθνη, οι Ρώσοι διπλωμάτες εργάστηκαν συστηματικά για να συγκεντρώσουν τη στήριξη μη δυτικών χωρών στις θέσεις της Μόσχας, μεταξύ άλλων και για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Όταν η Ρωσία ανέλαβε την προεδρία των BRICS το 2024, το Κρεμλίνο επιχείρησε να ενισχύσει τη συμμαχία με μια σειρά από εκατοντάδες εκδηλώσεις, από αθλητικές διοργανώσεις και επιδείξεις μόδας έως τη μεγάλη σύνοδο κορυφής στο Καζάν.

Η στόχευση ήταν σαφής: η Ρωσία ήθελε να δείξει ότι, παρά τις δυτικές κυρώσεις και τη ρήξη με την Ευρώπη, εξακολουθεί να διαθέτει διεθνείς εταίρους και μπορεί να λειτουργεί ως ισχυρός οικοδεσπότης και διπλωματικός παράγοντας.

Η Νότια Αφρική και το ιστορικό κεφάλαιο της Σοβιετικής Ένωσης

Στη Νότια Αφρική, η Ρωσία δεν χρειάστηκε να πείσει ιδιαίτερα. Το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, το κόμμα που ηγήθηκε του αγώνα κατά του απαρτχάιντ, έχει διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με τη Μόσχα, χάρη στη σοβιετική στήριξη προς το αντι-απαρτχάιντ κίνημα.

Η ιστορική αυτή σχέση, σε συνδυασμό με τη δυσπιστία απέναντι στη Δύση, έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό φιλορωσικό υπόβαθρο σε τμήματα της πολιτικής σκηνής της χώρας. Για πολλούς στη Νότια Αφρική, η Ρωσία εμφανίζεται ως δύναμη που αντιστάθηκε στη δυτική κυριαρχία, ενώ οι ΗΠΑ και η Ευρώπη αντιμετωπίζονται ως υποκριτικές δυνάμεις που εξακολουθούν να επιδιώκουν υπερβολική επιρροή.

Η ρωσική επιρροή, ωστόσο, δεν στηρίζεται μόνο σε ιστορικούς δεσμούς. Έχει επίσης επεκταθεί μέσω των μέσων ενημέρωσης και της προπαγάνδας. Το Russia Today, το κρατικά χρηματοδοτούμενο ρωσικό δίκτυο, έχει καλλιεργήσει σε τμήμα του διεθνούς κοινού την εικόνα της Ρωσίας ως «αουτσάιντερ» που αντιπαρατίθεται στη δυτική κυριαρχία.

Γεωργία: η πολιτική σύγκλιση με τη Μόσχα

Σε άλλες χώρες, η προσέγγιση με τη Ρωσία συνδέεται περισσότερο με την επιδίωξη πολιτικής επιβίωσης. Στη Γεωργία, το κυβερνών κόμμα Γεωργιανό Όνειρο υιοθέτησε μια σειρά θέσεων που θυμίζουν τη ρωσική πολιτική απέναντι στην κοινωνία των πολιτών και στις δυτικές οργανώσεις.

Πριν από τις κοινοβουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2024, το κόμμα προειδοποιούσε ότι μια υποτιθέμενη «παγκόσμια πολεμική παράταξη», στην οποία ενέτασσε τους πολιτικούς αντιπάλους του και τους δυτικούς υποστηρικτές τους, επιδίωκε να σύρει τη Γεωργία σε πόλεμο με τη Ρωσία, όπως είχε συμβεί στην Ουκρανία.

Η πολιτική αυτή εξυπηρετούσε πρωτίστως την προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να εδραιώσει την εξουσία του. Ταυτόχρονα, όμως, ενίσχυε τον ευρύτερο στόχο του Πούτιν: την απαξίωση της δυτικού τύπου δημοκρατίας και τη δημιουργία πολιτικών συμμάχων στην περιοχή.

Οι χώρες που απομακρύνονται από τη Ρωσία

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι μονόπλευρη. Η Ρωσία έχει κερδίσει υποστηρικτές, συμμάχους και χώρες που διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων, αλλά ο πόλεμος έχει επίσης δημιουργήσει φόβο και αντιδράσεις σε χώρες που αισθάνονται ότι μπορεί να βρεθούν στο στόχαστρο της ρωσικής επιθετικότητας.

Στο Καζακστάν, νεότερες και πιο κοσμοπολίτικες ομάδες ανησυχούν ότι η χώρα, η οποία μοιράζεται με τη Ρωσία ένα από τα μεγαλύτερα χερσαία σύνορα στον κόσμο, μπορεί να αποτελέσει μελλοντικό στόχο. Οι ανησυχίες αυτές έχουν ενισχύσει προσπάθειες πολιτιστικής και γλωσσικής απομάκρυνσης από τη Ρωσία, με μεγαλύτερη χρήση της καζακικής γλώσσας και επανεξέταση των σκοτεινών πλευρών της ρωσικής αυτοκρατορικής και σοβιετικής πολιτικής.

Στην Αρμενία, αντίθετα, η απογοήτευση από τη Ρωσία προέκυψε από την αίσθηση εγκατάλειψης. Τον Σεπτέμβριο του 2023, ενώ το Κρεμλίνο ήταν επικεντρωμένο στον πόλεμο στην Ουκρανία, οι Ρώσοι ειρηνευτές δεν εμπόδισαν το Αζερμπαϊτζάν να καταλάβει το Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Δεκάδες χιλιάδες Αρμένιοι εκτοπίστηκαν και η εικόνα της Ρωσίας υπέστη σοβαρό πλήγμα. Η Αρμενία έκτοτε επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις διεθνείς σχέσεις της και να αναζητήσει νέους εταίρους.

Η Συρία και η απώλεια ενός σημαντικού συμμάχου

Η φθορά της ρωσικής επιρροής έγινε ιδιαίτερα εμφανής στη Μέση Ανατολή. Η ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία αποτέλεσε σημαντική ήττα για το Κρεμλίνο, το οποίο είχε στηρίξει επί δεκαετίες τη δυναστεία Άσαντ.

Η Ρωσία είχε χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της παρουσία στη Συρία για να ενισχύσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή και να παρουσιάσει τον εαυτό της ως δύναμη που στηρίζει τους συμμάχους της. Η αδυναμία της, όμως, να προστατεύσει το καθεστώς Άσαντ έδειξε τα όρια αυτής της ισχύος.

Για χώρες και ομάδες που είχαν επενδύσει στη ρωσική προστασία, η εξέλιξη αποτέλεσε προειδοποίηση: η Μόσχα μπορεί να διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές και διπλωματικές δυνατότητες, αλλά η ικανότητά της να στηρίζει ταυτόχρονα πολλαπλά μέτωπα δεν είναι απεριόριστη.

Το κόστος του πολέμου και το στοίχημα του Πούτιν

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο δεν έχει μέχρι στιγμής οδηγήσει στην πολυαναμενόμενη νέα σχέση Ουάσιγκτον-Μόσχας. Οι αρχικές υποσχέσεις του Αμερικανού προέδρου ότι θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσα σε 24 ώρες δεν υλοποιήθηκαν, ενώ η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή σε άλλα μέτωπα, όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα, έχει περιπλέξει περαιτέρω το διεθνές περιβάλλον.

Χωρίς μια συμφωνία που θα τερμάτιζε τον πόλεμο, η Ρωσία συνεχίζει να πολεμά στην Ουκρανία. Το κόστος αυξάνεται, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περίπου 1,4 εκατ. Ρώσους νεκρούς και τραυματίες στις μάχες, ενώ τα ουκρανικά drones μπορούν πλέον να πλήττουν στόχους βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια.

Την ίδια στιγμή, η ρωσική οικονομία παρουσιάζει σημάδια κόπωσης. Ο πόλεμος έχει μετατρέψει ολόκληρη τη χώρα σε μηχανισμό που υπηρετεί τις στρατιωτικές ανάγκες του Κρεμλίνου, με το οικονομικό και κοινωνικό κόστος να αυξάνεται.

Για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, όμως, η έκβαση του πολέμου δεν αφορά μόνο την Ουκρανία. Αφορά και τη διεθνή θέση της Ρωσίας. Οι σύμμαχοι, οι γείτονες, αλλά και οι αντίπαλοί της παρακολουθούν στενά την εξέλιξη της σύγκρουσης και αξιολογούν το κατά πόσο η Μόσχα μπορεί να επιβάλει τους στόχους της.

Το μεγάλο στοίχημα του Ρώσου προέδρου είναι ότι η Ρωσία μπορεί να αντέξει περισσότερο από τη Δύση. Μέχρι σήμερα, η Μόσχα έχει καταφέρει να αποφύγει την πλήρη απομόνωση, να διατηρήσει οικονομικούς διαύλους και να αξιοποιήσει τις αντιθέσεις του Παγκόσμιου Νότου με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.

Όμως, η επιτυχία αυτή έχει όρια. Η απώλεια συμμάχων, η απομάκρυνση χωρών που φοβούνται τη ρωσική επιθετικότητα, η φθορά της οικονομίας και το αυξανόμενο κόστος του πολέμου δείχνουν ότι η παγκόσμια ισχύς της Ρωσίας δεν παραμένει αμετάβλητη.

Το στοίχημα του Πούτιν, επομένως, δεν έχει ακόμη κριθεί. Η Ρωσία απέφυγε την απομόνωση που προέβλεπε η Δύση, αλλά το τίμημα της προσπάθειας να διατηρήσει την επιρροή της σε έναν όλο και πιο ανταγωνιστικό κόσμο γίνεται διαρκώς μεγαλύτερο.

Διαβαστε επισης