Σε σημαντικό κόμβο της Ρωσίας για προμήθεια κρίσιμης στρατιωτικής τεχνολογίας έχει εξελιχθεί η Ιαπωνία, σύμφωνα με εκτενή έρευνα των New York Times. Πίσω από αυτή τη δραστηριότητα φέρεται να βρίσκεται μια σχεδόν άγνωστη μονάδα της ρωσικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών (GRU), που δρα υπό διπλωματική και εμπορική κάλυψη, αξιοποιώντας την ισχυρή βιομηχανική βάση της Ιαπωνίας, αλλά και το σχετικά αδύναμο νομικό της πλαίσιο για την αντιμετώπιση της κατασκοπείας.
Η έρευνα, που βασίζεται σε εμπιστευτικά κυβερνητικά έγγραφα, εταιρικά αρχεία και συνεντεύξεις με δεκάδες νυν και πρώην αξιωματούχους υπηρεσιών πληροφοριών από τρεις ηπείρους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ιαπωνία αποτελεί πλέον κρίσιμο κρίκο στην προσπάθεια της Μόσχας να παρακάμψει τις δυτικές κυρώσεις και να συνεχίσει να αποκτά εξαρτήματα υψηλής τεχνολογίας για πυραύλους, drones και άλλα οπλικά συστήματα.
Η σημασία αυτού του δικτύου, σύμφωνα με δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών, αποτυπώνεται και στο πεδίο της μάχης. Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η Ρωσία διατηρεί την πολεμική της ικανότητα χάρη στην πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες που αποκτά μέσω τρίτων χωρών. Ουκρανικές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι περίπου το 90% των ρωσικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών περιέχουν ιαπωνικά εξαρτήματα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση πυραύλου cruise Kh-101, ο οποίος κατέστρεψε πολυκατοικία στο Κίεβο τον Μάιο. Σύμφωνα με ουκρανική αξιολόγηση που επικαλούνται οι New York Times, στα συντρίμμια εντοπίστηκαν ιαπωνικά εξαρτήματα καθοδήγησης, παρά το γεγονός ότι η εξαγωγή τους προς τη Ρωσία απαγορεύεται.
Η άγνωστη «20ή Διεύθυνση» της GRU
Στην καρδιά της επιχείρησης βρίσκεται η λεγόμενη «20ή Διεύθυνση» της GRU, μια μονάδα της οποίας η ύπαρξη και ο ρόλος δεν είχαν μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί δημόσια.
Σύμφωνα με τέσσερις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, οι αξιωματικοί της εμφανίζονται ως διπλωμάτες ή επιχειρηματίες και έχουν αποστολή να αγοράζουν ή να αποκτούν παράνομα εξοπλισμό διπλής χρήσης, μικροτσίπ, πομποδέκτες, εργαλειομηχανές και άλλα κρίσιμα εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή όπλων.
Επικεφαλής της επιχείρησης στο Τόκιο φέρεται να είναι ο 49χρονος Μαξίμ Βλαντιμίροβιτς Φιλτσένκοφ, έμπειρος αξιωματικός της GRU, ο οποίος διατηρεί ως κάλυψη θέση υπαλλήλου της κρατικής αεροπορικής εταιρείας Aeroflot.
Το γραφείο της Aeroflot βρίσκεται στον 22ο όροφο κτιρίου στο Τόκιο, μόλις δέκα λεπτά με τα πόδια από την Εθνική Αστυνομική Υπηρεσία της Ιαπωνίας, που είναι αρμόδια για τις υποθέσεις κατασκοπείας. Δυτικοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι από εκεί συντονίζεται μεγάλο μέρος της επιχείρησης προμήθειας τεχνολογίας για τη ρωσική πολεμική βιομηχανία.
Δίκτυο μεταφορών μέσω τρίτων χωρών
Ο Φιλτσένκοφ επέστρεψε στην Ιαπωνία τον Φεβρουάριο του 2024, σε μια περίοδο που η Ρωσία αντιμετώπιζε αυξανόμενες δυσκολίες στην προμήθεια προηγμένων ηλεκτρονικών εξαρτημάτων. Σύμφωνα με την έρευνα, ανέπτυξε σχέσεις με ιαπωνικές εταιρείες logistics, που διακινούν φορτία προς χώρες από τις οποίες μπορούν στη συνέχεια να καταλήξουν στη Ρωσία.
Οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι τέτοια δίκτυα χρησιμοποιούνται συστηματικά για την απόκτηση ευαίσθητης τεχνολογίας μέσω εικονικών αγοραστών και πλαστών εγγράφων αποστολής.
Παρότι η Aeroflot έχει επισήμως σταματήσει τις δραστηριότητές της στην Ιαπωνία, καθώς δεν μπορεί να προμηθευτεί ανταλλακτικά και υπηρεσίες, συνεργάτες της συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά. Ένας από αυτούς είναι η εταιρεία Proco Air, η οποία παρουσιάζεται ως «γέφυρα μεταξύ Ιαπωνίας και Ρωσίας». Η εταιρεία μισθώνει χώρο φορτίου σε αεροπορικές γραμμές που πετούν προς χώρες όπως η Σρι Λάνκα ή το Ουζμπεκιστάν, όπου η Aeroflot παραλαμβάνει στη συνέχεια τα εμπορεύματα για να τα μεταφέρει στη Ρωσία.
Η πρακτική αυτή δεν είναι παράνομη, καθώς πολλά προϊόντα επιτρέπεται να εξάγονται προς τη Ρωσία. Ωστόσο, σύμφωνα με δυτικούς αξιωματούχους, το ίδιο σύστημα χρησιμοποιείται και για την παράκαμψη των περιορισμών στις εξαγωγές τεχνολογίας.
Η Ιαπωνία αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα τεχνολογίας διπλής χρήσης στον κόσμο, σύμφωνα με στοιχεία αποστολών που επικαλείται η έρευνα. Δεν απαιτείται τα προϊόντα να φτάσουν απευθείας στη Ρωσία· αρκεί να διοχετευθούν σε τρίτες χώρες, που στη συνέχεια τα επανεξάγουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Βιετνάμ, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ευαίσθητης ιαπωνικής τεχνολογίας, αλλά και ο σημαντικότερος εξαγωγέας αντίστοιχων προϊόντων προς τη Ρωσία.
Οι επαφές με την Proco Air
Οι New York Times εντόπισαν τον ιδιοκτήτη της Proco Air, Τακεχίκο Μίκι, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι γνωρίζει τον Φιλτσένκοφ από το 2018 και ότι η συνεργασία τους εντάθηκε μετά την επιστροφή του Ρώσου στο Τόκιο το 2024.
Η σύζυγός του περιέγραψε τον Ρώσο συνεργάτη ως έναν άνθρωπο που έδειχνε αποκλειστικά το «επιχειρηματικό» του πρόσωπο. Σύμφωνα όμως με δύο πρόσωπα που είχαν άμεση γνώση των γεγονότων, ο Μίκι ζήτησε το 2025 από συνεργάτη στην Κίνα —τον οποίο του είχε συστήσει ο Φιλτσένκοφ— βοήθεια για τη μεταφορά αντικειμένων τα οποία ο ίδιος αναγνώριζε ότι απαγορευόταν να σταλούν στη Ρωσία.
Ο Ιάπωνας επιχειρηματίας αρνήθηκε κατηγορηματικά τόσο ότι γνώριζε οποιαδήποτε σχέση του Φιλτσένκοφ με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες, όσο και ότι επιχείρησε ποτέ να μεταφέρει απαγορευμένα προϊόντα. Υποστήριξε ότι η εταιρεία του διακινεί αποκλειστικά νόμιμα φορτία, κυρίως ιατρικό εξοπλισμό και περιορισμένες ποσότητες καλλυντικών.
Ως απόδειξη παρουσίασε αεροπορικό φορτωτικό έγγραφο για αποστολή ιατρικού εξοπλισμού μέσω Σρι Λάνκα προς τη Ρωσία. Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα, παρότι επιχείρησε να αποκρύψει τα στοιχεία των εμπλεκόμενων εταιρειών, το έγγραφο αποκάλυπτε ως παραλήπτη τη ρωσική φαρμακευτική R-Pharm.
Η εταιρεία δεν βρίσκεται υπό κυρώσεις, όμως ο ιδρυτής της, Αλεξέι Ρέπικ, έχει τιμωρηθεί από την Αυστραλία, τη Βρετανία και τον Καναδά λόγω των στενών δεσμών του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και της δημόσιας υποστήριξής του στην εισβολή στην Ουκρανία. Ο ίδιος έχει εμφανιστεί επανειλημμένα δίπλα στον Ρώσο πρόεδρο και έχει μιλήσει ανοιχτά για την κινητοποίηση των ρωσικών επιχειρήσεων προς ενίσχυση του μετώπου.
Η Proco Air δεν έχει κατηγορηθεί για κάποια παράνομη ενέργεια και, σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της, οι ιαπωνικές αρχές δεν έχουν επικοινωνήσει ποτέ μαζί του για τις αποστολές της εταιρείας.
Προειδοποιήσεις που δεν οδήγησαν σε άμεση δράση
Η Ουκρανία έχει ενημερώσει κατ' επανάληψη την ιαπωνική κυβέρνηση ότι εξαρτήματα ιαπωνικής προέλευσης εντοπίζονται σε ρωσικά όπλα. Μόνο τον Απρίλιο του 2025 απέστειλε τουλάχιστον οκτώ επίσημες διπλωματικές διακοινώσεις στο υπουργείο Εξωτερικών της Ιαπωνίας, ενώ μέσα στη χρονιά ακολούθησαν περίπου οκτώ ακόμη, σύμφωνα με Ουκρανό αξιωματούχο.
Οι επιστολές περιλάμβαναν φωτογραφίες και λίστες δεκάδων εξαρτημάτων —ημιαγωγών, πλακετών κυκλωμάτων και πομπών— που είχαν ανακτηθεί από ρωσικούς πυραύλους και στρατιωτικό εξοπλισμό μετά από πλήγματα σε ουκρανικούς στόχους.
Μεταξύ των κατασκευαστών αναφέρονταν μεγάλες ιαπωνικές εταιρείες όπως οι NEC, Panasonic και Toshiba. Δεν υπήρχαν, ωστόσο, στοιχεία ότι οι ίδιες είχαν πουλήσει εν γνώσει τους τα προϊόντα στη Ρωσία. Όλες δήλωσαν ότι συμμορφώνονται πλήρως με τις κυρώσεις και τους περιορισμούς στις εξαγωγές, ενώ η NEC επισήμανε ότι ορισμένα από τα εξαρτήματα που εντοπίστηκαν, ήταν παλαιά προϊόντα που δεν διαθέτει εδώ και χρόνια.
Το υπουργείο Οικονομίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας της Ιαπωνίας ανέφερε ότι έχει προειδοποιήσει τις επιχειρήσεις για τις προσπάθειες καταστρατήγησης των κυρώσεων και έχει συμπεριλάβει δεκάδες ξένες εταιρείες σε λίστες υπόπτων για διευκόλυνση της Ρωσίας. Παράλληλα, δυτικές κυβερνήσεις έχουν ενημερώσει επανειλημμένα το Τόκιο τόσο για τις δραστηριότητες της GRU, όσο και για το δίκτυο εταιρειών που θεωρούν ότι χρησιμοποιείται για τη μεταφορά απαγορευμένων προϊόντων.
Η Ιαπωνία προσπαθεί να καλύψει τα κενά
Παρά την καθυστέρηση στην αντιμετώπιση του προβλήματος, η Ιαπωνία δεν έχει παραμείνει αδρανής απέναντι στη ρωσική εισβολή. Από την πρώτη ημέρα συντάχθηκε με τις ΗΠΑ και την ΕΕ στην επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ενώ έσπασε μεταπολεμικά ταμπού, αποστέλλοντας στρατιωτικό εξοπλισμό όπως κράνη και αλεξίσφαιρα γιλέκα στην Ουκρανία.
Υπό την πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι, η κυβέρνηση έχει επίσης ξεκινήσει πρόγραμμα ενίσχυσης των υπηρεσιών πληροφοριών και των μηχανισμών ελέγχου εξαγωγών, επιδιώκοντας να περιορίσει τη βιομηχανική κατασκοπεία και τις παράνομες μεταφορές τεχνολογίας.
Τον Ιανουάριο, η αστυνομία του Τόκιο ανακοίνωσε ότι εξάρθρωσε υπόθεση Ρώσου πράκτορα, ο οποίος παρουσιαζόταν ως Ουκρανός και επιχείρησε να αποσπάσει εμπορικά μυστικά από Ιάπωνα εργαζόμενο. Επειδή η χώρα δεν διαθέτει ολοκληρωμένη νομοθεσία περί κατασκοπείας, οι διώξεις ασκήθηκαν με βάση τη νομοθεσία περί αθέμιτου ανταγωνισμού, ενώ ο ύποπτος είχε ήδη εγκαταλείψει την Ιαπωνία.
Σύμφωνα με την έρευνα των New York Times, όταν οι δημοσιογράφοι επισκέφθηκαν επανειλημμένα τα γραφεία της Aeroflot στο Τόκιο αναζητώντας τον Μαξίμ Φιλτσένκοφ, εκείνος δεν εμφανίστηκε ποτέ. Στην τρίτη επίσκεψη, υπάλληλος επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά, όμως η απάντηση ήταν ότι δεν επιθυμούσε να κάνει οποιαδήποτε δήλωση.