Ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι υπάρχει πιθανότητα νέας διπλωματικής προσέγγισης με το Ιράν. Η Τεχεράνη αρνείται απευθείας διαπραγματεύσεις. Το αδιέξοδο στο Ορμούζ συνεχίζει να απειλεί τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, ο Νετανιάχου πιέζει για συνέχιση του πολέμου και... οι αμερικανικές εκλογές πλησιάζουν.
Η στρατιωτική πίεση των τελευταίων δύο εβδομάδων δεν απέφερε τα αποτελέσματα που επιδίωκε η Ουάσιγκτον. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι υπάρχει «καλή πιθανότητα» να υπάρξει διπλωματική πρόοδος. Ισχυρίστηκε ότι η Τεχεράνη ζήτησε τη διακοπή των αμερικανικών επιθέσεων και πρότεινε νέα συνάντηση, παρουσιάζοντας τη στρατιωτική πίεση ως τον βασικό λόγο που το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο να συζητήσει. Ωστόσο, δεν έδωσε καμία λεπτομέρεια για το είδος των επαφών ή το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων που, όπως είπε, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Η ιρανική πλευρά απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγαΐ, δήλωσε ότι η Τεχεράνη ούτε ζήτησε συνομιλίες ως αντάλλαγμα για παύση των βομβαρδισμών, ούτε προτίθεται να προχωρήσει σε απευθείας επαφές με τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον ίδιο, οποιαδήποτε επικοινωνία εξακολουθεί να πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω τρίτων χωρών.
Η στάση αυτή υπογραμμίζει ότι, παρά τις δημόσιες δηλώσεις της Ουάσιγκτον, οι δύο πλευρές εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία. Αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη θεωρεί πως ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, γεγονός που περιορίζει τα πολιτικά περιθώρια του Ντόναλντ Τραμπ για μια μακρά και δαπανηρή στρατιωτική αντιπαράθεση.
Γιατί ο Τραμπ «φρενάρει» τη μεγάλη κλιμάκωση κατά του Ιράν
Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου. Η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας αποτελεί βασικό στόχο της αμερικανικής στρατηγικής, όμως μέχρι στιγμής οι εξελίξεις δείχνουν ότι η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη.
Η εκεχειρία που είχε επιτευχθεί στις 17 Ιουνίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με τη διαμεσολάβηση του Κατάρ και του Πακιστάν, προέβλεπε αναστολή των αμερικανικών βομβαρδισμών, άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και επανεκκίνηση της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ. Ωστόσο, η διαφορετική ερμηνεία των όρων της συμφωνίας οδήγησε γρήγορα στην κατάρρευσή της.
Η Τεχεράνη υποστήριξε ότι η συμφωνία της έδινε αυξημένες αρμοδιότητες στον έλεγχο της ναυσιπλοΐας, απαιτώντας από τα εμπορικά πλοία να ακολουθούν συγκεκριμένη διαδρομή κοντά στις ιρανικές ακτές. Δεξαμενόπλοια που επέλεξαν εναλλακτική πορεία μέσω των χωρικών υδάτων του Ομάν δέχθηκαν επιθέσεις, με αποτέλεσμα μέχρι τις αρχές Ιουλίου η εμπορική κίνηση να έχει σχεδόν παραλύσει και οι τιμές του πετρελαίου να επιστρέψουν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, οι ΗΠΑ επανέφεραν τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και ξεκίνησαν νέο κύκλο αεροπορικών επιθέσεων. Παράλληλα, το Ιράν συνεχίζει χωριστές διαβουλεύσεις με το Ομάν για τη διαχείριση του Στενού του Ορμούζ, αν και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη θέση των Ηνωμένων Εθνών, το πέρασμα αποτελεί διεθνή θαλάσσια οδό και δεν μπορεί να υπόκειται σε μονομερείς περιορισμούς ή τέλη διέλευσης.
Ο Νετανιάχου πιέζει για συνέχιση του πολέμου
Η διπλωματική πρωτοβουλία του Λευκού Οίκου συμπίπτει με την επίσκεψη του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον, γεγονός που ενισχύει τις εσωτερικές διαφωνίες για τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσουν οι ΗΠΑ. Σύμφωνα με αναλυτές και πρώην Αμερικανούς αξιωματούχους, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι μόνο η συνέχιση της στρατιωτικής πίεσης μπορεί να αποδυναμώσει ουσιαστικά το Ιράν.
Ο πρόεδρος του Εβραϊκού Ινστιτούτου Εθνικής Ασφάλειας της Αμερικής (JINSA), Μάικλ Μακόφσκι, εκτίμησε ότι ο Νετανιάχου επιδιώκει να πείσει τον Αμερικανό πρόεδρο να επαναλάβει τις μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι σχεδόν τέσσερις μήνες διπλωματικών προσπαθειών δεν έχουν οδηγήσει σε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, εκτιμάται ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός προσπαθεί να αποφύγει την εικόνα ότι ασκεί υπερβολική πίεση στον Λευκό Οίκο.
Την ίδια στιγμή, η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή παραμένει εξαιρετικά ασταθής. Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε drones που εκτοξεύθηκαν από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, ενώ ανάλογες επιθέσεις ανέφεραν επίσης το Ισραήλ και η Ιορδανία. Παράλληλα, Αμερικανός στρατιωτικός αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι το Ιράν εξακολουθεί να παρενοχλεί εμπορικά πλοία που επιχειρούν να διασχίσουν το Στενό του Ορμούζ.
Πώς οι Χούθι «στρίμωξαν» τη Σαουδική Αραβία
Οι πολιτικές πιέσεις και η αναζήτηση διεθνούς συμμαχίας
Η συνέχιση της κρίσης δημιουργεί όλο και μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για τον Ντόναλντ Τραμπ. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου μεταφέρεται ήδη στις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ, προκαλώντας ανησυχία στους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ενδεικτική ήταν η πρόσφατη τοποθέτηση του προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον, ο οποίος ζήτησε να υπάρξει σύντομα τερματισμός της σύγκρουσης.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η μονομερής στρατιωτική δράση δεν επαρκεί για να διασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ. Για τον λόγο αυτό, Αμερικανοί και Βρετανοί αξιωματούχοι προετοιμάζουν υψηλού επιπέδου συνάντηση στο Λονδίνο με αντικείμενο τη δημιουργία μιας ευρύτερης διεθνούς δύναμης προστασίας της ναυσιπλοΐας. Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, οι πρόσφατες επιθέσεις κατά ιρανικών στρατιωτικών στόχων δεν κατάφεραν να ανακόψουν τις επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων, καθιστώντας αναγκαία τη συμμετοχή συμμάχων σε μια πολυεθνική αποστολή.
Ωστόσο, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη διαμηνύσει ότι θα εξετάσουν την αποστολή ναυτικών δυνάμεων μόνο εφόσον προηγηθεί οριστική παύση των εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Τραμπ, Νετανιάχου, Πούτιν: Τρεις ηγέτες, τρία καταστροφικά λάθη