Το αίτημα του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να αποστείλει η Κίνα πολεμικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απορριφθεί από το Πεκίνο. Ωστόσο, το αίτημα αγγίζει μια ευαίσθητη συζήτηση, που εξελίσσεται εδώ και καιρό στους κύκλους της κινεζικής στρατηγικής σκέψης: πρέπει η Κίνα να αρχίσει να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ για να διαμορφώνει τις γεωπολιτικές εξελίξεις;
Η Κίνα δεν έχει εμπλακεί σε μεγάλο πόλεμο εδώ και σχεδόν μισό αιώνα και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα συμμετείχε σε μια τόσο επικίνδυνη επιχείρηση, ειδικά τη στιγμή που ακόμη και σύμμαχοι των ΗΠΑ αποφεύγουν να εμπλακούν άμεσα στη σύγκρουση.
Τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης απέρριψαν τις αμερικανικές πιέσεις, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για προσπάθεια να μοιραστεί το κόστος «ενός πολέμου που η Ουάσιγκτον ξεκίνησε και δεν μπορεί να τελειώσει». Παράλληλα, ο Τραμπ ζήτησε την αναβολή της προγραμματισμένης συνόδου με τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, προκειμένου να διαχειριστεί την κρίση με το Ιράν.
Ο Γου Σινμπό, επικεφαλής του Κέντρου Αμερικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Φουντάν και πρώην σύμβουλος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, συνοψίζει τον σκεπτικισμό που επικρατεί στο Πεκίνο:
«Τι θα συμβεί αν το Ιράν επιτεθεί στο αμερικανικό ναυτικό και κατά λάθος πλήξει κινεζικά πλοία; Γιατί να μπλέξουμε σε αυτή την κατάσταση; Το ρίσκο είναι απλώς πολύ μεγάλο».
Το στρατηγικό δίλημμα της Κίνας
Παρά την άρνηση συμμετοχής στην τρέχουσα κρίση, αρκετοί Κινέζοι αναλυτές βλέπουν στις αναταράξεις που προκαλεί η αμερικανική πολιτική μια σπάνια στρατηγική ευκαιρία για το Πεκίνο.
Η ανατροπή του διεθνούς συστήματος που δημιούργησαν οι ΗΠΑ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανοίγει, κατά τη γνώμη τους, τον δρόμο για έναν κόσμο περισσότερο προσαρμοσμένο στα κινεζικά συμφέροντα.
Πολλοί προτείνουν ένα πολυμερές σύστημα με επίκεντρο τον ΟΗΕ, το οποίο θα δίνει μεγαλύτερο ρόλο στις αναδυόμενες οικονομίες.
Ωστόσο, στο εσωτερικό της κινεζικής στρατηγικής κοινότητας υπάρχει έντονη διαφωνία για το μέχρι ποιο σημείο πρέπει το Πεκίνο να χρησιμοποιήσει την οικονομική, διπλωματική ή στρατιωτική του ισχύ για να προστατεύσει τα συμφέροντά του στο εξωτερικό.
Οι πιο «επιθετικές» φωνές υποστηρίζουν ότι η Κίνα πρέπει:
- να επεκτείνει τη στρατιωτική της παρουσία στο εξωτερικό
- να επανεξετάσει το παραδοσιακό δόγμα μη παρέμβασης στις υποθέσεις άλλων χωρών
- να εντείνει τις προσπάθειες για την ένταξη της Ταϊβάν υπό τον έλεγχο του Πεκίνου.
Ο Γου Σινμπό δεν υποστηρίζει εμπλοκή στη σύγκρουση της Μέσης Ανατολής, αλλά εκτιμά ότι η Κίνα πρέπει σταδιακά να εξετάσει πιο συστηματική προστασία των συμφερόντων της στο εξωτερικό μέσω στρατιωτικής ισχύος.
«Πρόκειται για μια νέα πρόκληση για εμάς», σημειώνει. «Η Κίνα βρίσκεται ακόμη σε φάση διερεύνησης, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που ηγούνται του δυτικού κόσμου από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διαθέτουν στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον πλανήτη».
Η εικόνα της «υπεύθυνης δύναμης»
Προς το παρόν, το Πεκίνο επιλέγει να ακολουθεί τη γνωστή του διπλωματική γραμμή: καταδίκη της χρήσης στρατιωτικής ισχύος από τις ΗΠΑ, έκκληση για διπλωματική λύση και παρουσίαση της Κίνας ως παράγοντα σταθερότητας.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι, σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, παρουσίασε τις πρωτοβουλίες του Σι Τζινπίνγκ για την παγκόσμια διακυβέρνηση ως αντίβαρο στο «μονομερές εκφοβιστικό μοντέλο» της Ουάσιγκτον.
«Φανταστείτε αν η Κίνα, όπως κάποιες παραδοσιακές δυνάμεις, προσπαθούσε να δημιουργήσει σφαίρες επιρροής και να προκαλεί συγκρούσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά. «Θα ήταν η Ασία τόσο σταθερή όσο είναι σήμερα;».
Για πολλούς γείτονες της Κίνας, η εικόνα της «συγκρατημένης δύναμης» δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση του Σι έχει:
- στρατιωτικοποιήσει αμφισβητούμενα νησιά στη Νότια Σινική Θάλασσα
- εμπλακεί σε αιματηρή σύγκρουση με την Ινδία στα Ιμαλάια
- αυξήσει τις στρατιωτικές πτήσεις γύρω από την Ταϊβάν
- δοκιμάσει τις άμυνες χωρών όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και το Βιετνάμ.
Ωστόσο, η Κίνα δεν διαθέτει ακόμη την παγκόσμια στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ, ούτε δείχνει έτοιμη να την αποκτήσει άμεσα.
Η μοναδική μόνιμη στρατιωτική βάση της στο εξωτερικό βρίσκεται στο Τζιμπουτί, στην Αφρική, από το 2017. Εκεί σταθμεύει μικρός αριθμός πλοίων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας, κυρίως για αποστολές κατά της πειρατείας.
Η επιρροή μέσω οικονομίας
Αντί για στρατιωτική ισχύ, το Πεκίνο χρησιμοποιεί κυρίως οικονομικά εργαλεία για να επηρεάζει διεθνείς εξελίξεις.
Η κινεζική ηγεσία επιβραβεύει ή τιμωρεί χώρες ανάλογα με τη στάση τους σε ζητήματα όπως:
- η Ταϊβάν
- η έρευνα για την προέλευση της COVID-19
- οι κατηγορίες για μαζικές φυλακίσεις μουσουλμάνων στην περιοχή Σιντζιάνγκ.
Η στρατηγική αυτή λειτούργησε επί δεκαετίες χάρη στο διεθνές οικονομικό σύστημα που δημιούργησαν οι ΗΠΑ, με θεσμούς όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου.
Το ίδιο σύστημα βοήθησε την Κίνα να εξελιχθεί στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, με ισχυρή εξαγωγική μηχανή και ηγετική θέση σε τεχνολογίες όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και η ρομποτική.
Η γεωπολιτική σημασία της Μέσης Ανατολής
Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κίνα.
Περίπου 13% των θαλάσσιων εισαγωγών πετρελαίου της προέρχεται από το Ιράν, ενώ πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του ενεργειακού της εφοδιασμού περνά από τα Στενά του Ορμούζ.
Επιπλέον, το Πεκίνο έχει επενδύσεις και έργα υποδομών άνω των 300 δισ. δολαρίων στην περιοχή, σύμφωνα με στοιχεία του American Enterprise Institute.
Πολλά από αυτά συνδέονται με τη στρατηγική πρωτοβουλία Belt and Road Initiative, το τεράστιο δίκτυο εμπορίου και υποδομών που προωθεί ο Σι Τζινπίνγκ.
Η υπομονή ως στρατηγική
Για ορισμένους Κινέζους αναλυτές, η καλύτερη στρατηγική είναι απλή: να αφήσουν τις ΗΠΑ να εξαντληθούν μόνες τους.
Ένας νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή και τους πόρους της Ουάσιγκτον από την Ασία, κάτι που ευνοεί τα κινεζικά συμφέροντα.
Ο Λι Γουεϊτζιάν από το Shanghai Institute for International Studies υπενθυμίζει ότι η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 έδωσε στην Κίνα ένα παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας δύο δεκαετιών.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες έδωσαν στην Κίνα ένα παράθυρο 20 ετών όταν βυθίστηκαν στη Μέση Ανατολή», σημειώνει. «Το αξιοποιήσαμε για να αναπτυχθούμε. Το ερώτημα τώρα είναι: θα συμβεί ξανά;».