Άμυνα & Διπλωματία

Η Σαουδική Αραβία σε στρατηγικό αδιέξοδο μετά το «όχι» του Τραμπ


Στρατηγικό σοκ προκαλεί στη Σαουδική Αραβία η κλιμάκωση των επιθέσεων από δυνάμεις που υποστηρίζονται από το Ιράν, την ώρα που η Ουάσιγκτον εμφανίζεται απρόθυμη να ανοίξει νέο μέτωπο εναντίον των Χούθι στην Υεμένη. Το Ριάντ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με περιορισμένες επιλογές, καθώς απειλούνται τόσο η ασφάλεια, όσο και οι πετρελαϊκές εξαγωγές του.

Για εβδομάδες η Σαουδική Αραβία προσπαθούσε να κρατήσει αποστάσεις από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν. Τώρα βρίσκεται στο επίκεντρο. Μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, το βασίλειο δέχθηκε επιθέσεις από τα ανατολικά, τα νότια και τα βόρεια, ενώ η ιρανική στρατηγική κλιμάκωσης έχει μετατρέψει τη μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγό χώρα του κόσμου σε βασικό μοχλό πίεσης προς την Ουάσιγκτον.

Στα τέλη Αυγούστου, σαουδαραβικό πετρελαιοφόρο χτυπήθηκε στα Στενά του Ορμούζ, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο ναυτικοί. Λίγες ημέρες αργότερα, οι Χούθι, οι οποίοι έχουν ήδη ανακοινώσει αποκλεισμό των σαουδαραβικών πετρελαϊκών φορτίων στην Ερυθρά Θάλασσα, κατέλαβαν έδαφος σε κομβικό σημείο της διεθνούς ναυσιπλοΐας και επικράτησαν των δυνάμεων που υποστηρίζει το Ριάντ στην Υεμένη.

Την ίδια ημέρα, οι σαουδαραβικές αρχές ανακοίνωσαν ότι αναγκάστηκαν να διακόψουν τη λειτουργία ενός κρίσιμου πετρελαιαγωγού, έπειτα από επίθεση με drone που απέδωσαν σε ιρακινή πολιτοφυλακή που υποστηρίζεται από το Ιράν. Ο αγωγός είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελούσε εναλλακτική οδό για τη μεταφορά σαουδαραβικού πετρελαίου προς την Ερυθρά Θάλασσα, μετά τον ουσιαστικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν.

Η εξέλιξη πλήττει έναν από τους βασικούς πυλώνες της σαουδαραβικής οικονομικής ισχύος. Η χώρα είχε για χρόνια τη θέση του μεγαλύτερου εξαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο, όμως ο πόλεμος και η αναστάτωση στις θαλάσσιες οδούς έχουν περιορίσει τη δυνατότητα του Ριάντ να διοχετεύει απρόσκοπτα το πετρέλαιό του στις διεθνείς αγορές.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα οδυνηρή για τη σαουδαραβική ηγεσία, επειδή ακριβώς για τέτοιου είδους κρίσεις είχε επενδύσει επί χρόνια στη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ. Ο διάδοχος του θρόνου και de facto ηγέτης της χώρας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, έχει διαθέσει δισεκατομμύρια δολάρια και σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο για την οικοδόμηση στενών προσωπικών σχέσεων με τον Ντόναλντ Τραμπ και την οικογένειά του.

Η προσδοκία ήταν, ότι αυτή η σχέση θα μεταφραζόταν σε αμερικανική προστασία, όταν η ασφάλεια του βασιλείου θα βρισκόταν υπό σοβαρή απειλή. Όταν όμως ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ζήτησε την περασμένη εβδομάδα από τον Τραμπ να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον των Χούθι, ο Αμερικανός πρόεδρος αρνήθηκε, σύμφωνα με αξιωματούχους που γνωρίζουν τις συνομιλίες.

Το «όχι» της Ουάσιγκτον

Η αμερικανική απροθυμία έχει εξήγηση. Η Ουάσιγκτον βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με έναν ανοιχτό πόλεμο με το Ιράν, ενώ το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό είναι επιβαρυμένο και τα αποθέματα πυρομαχικών περιορισμένα. Ένα νέο στρατιωτικό μέτωπο στην Υεμένη θα αύξανε σημαντικά το κόστος και τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης που ήδη έχει ξεπεράσει τα αρχικά της όρια.

Για το Ριάντ, όμως, το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Σαουδάραβες αξιωματούχοι και αναλυτές έχουν καταστήσει σαφές ότι η χώρα δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει μόνη της τους Χούθι, ιδιαίτερα μετά την προηγούμενη στρατιωτική εκστρατεία της στην Υεμένη, η οποία εξελίχθηκε σε πολυετή παγίδα και διήρκεσε περίπου μία δεκαετία.

Η στάση του Τραμπ έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν δήλωσε σε δημοσιογράφους κατά την επίσκεψή του στην Ιρλανδία ότι οι Χούθι «επικοινώνησαν μαζί μας» και δεν ήθελαν να πολεμήσουν τις ΗΠΑ. Πρόσθεσε ότι υπάρχει «μία χώρα» με την οποία έχουν πρόβλημα και ότι αυτό θα διευθετηθεί, αναφερόμενος στη Σαουδική Αραβία. Χούθι αξιωματούχος, πάντως, διέψευσε ότι υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία με την Ουάσιγκτον.

Παρά την απροθυμία για άμεση στρατιωτική εμπλοκή, η αμερικανική υποστήριξη προς το Ριάντ δεν έχει διακοπεί. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να παρέχει πληροφορίες και υπηρεσίες στρατιωτικής και πληροφοριακής υποστήριξης στη Σαουδική Αραβία. Το ενδεχόμενο μεγαλύτερης αμερικανικής εμπλοκής στην Υεμένη παραμένει, ωστόσο, αντικείμενο συζήτησης.

Η διπλωματία ως τελευταία επιλογή

Μπροστά στο στρατιωτικό αδιέξοδο, το Ριάντ φαίνεται ότι αναγκάζεται να επιστρέψει στη διπλωματία. Παρά τις πολυετείς σαουδαραβικές, αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις εναντίον των Χούθι, δεν έχει βρεθεί στρατιωτική λύση για την αντιμετώπισή τους. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια μιας νέας μεγάλης στρατιωτικής εκστρατείας, ειδικά σε μια στιγμή που η περιοχή βρίσκεται ήδη σε γενικευμένη ανάφλεξη.

Μια εναλλακτική θα ήταν μια δύσκολη συμφωνία μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, των γειτονικών κρατών και του ίδιου του Ιράν, με στόχο τον τερματισμό του πολέμου και τη σταδιακή αποκατάσταση των εμπορικών και ενεργειακών ροών. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σύνθετη επιλογή, καθώς θα απαιτούσε από το Ριάντ να διαπραγματευτεί με την ίδια δύναμη που βρίσκεται πίσω από μεγάλο μέρος της πίεσης που δέχεται.

Στο τραπέζι μπορεί να επιστρέψει και η Κίνα. Το Πεκίνο είχε μεσολαβήσει το 2023 για την προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, σε μια συμφωνία που αρχικά θεωρήθηκε σημαντική διπλωματική επιτυχία. Οι σχέσεις των δύο χωρών, όμως, έχουν έκτοτε επιδεινωθεί, περιορίζοντας τις προσδοκίες για μια νέα κινεζική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαρκή ειρήνη.

Για την ώρα, πάντως, το Ριάντ αναμένεται να αποφύγει μια δημόσια ρήξη με την Ουάσιγκτον, παρά την απογοήτευση από τη στάση του Τραμπ. Η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ παραμένει πολύ σημαντική για να τεθεί σε κίνδυνο μέσα στην παρούσα συγκυρία. Το βασίλειο καλείται έτσι να αναζητήσει μια διαφορετική διπλωματική έξοδο, ενώ οι επιθέσεις γύρω από τα σύνορά του και τις κρίσιμες ενεργειακές του υποδομές εντείνουν το κόστος του πολέμου.

Το αδιέξοδο του Ριάντ αποτυπώνει τελικά την ευρύτερη ανατροπή των ισορροπιών στη Μέση Ανατολή. Η Σαουδική Αραβία είχε επενδύσει στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, αλλά βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με έναν αντίπαλο που μπορεί να πλήξει τις ενεργειακές της διαδρομές από πολλαπλές κατευθύνσεις, ενώ ο βασικός της σύμμαχος δεν δείχνει διατεθειμένος να αναλάβει κάθε στρατιωτικό κόστος.

Διαβαστε επισης