Άμυνα & Διπλωματία

Γιατί ο Τραμπ «φρενάρει» τη μεγάλη κλιμάκωση κατά του Ιράν


Την απόφαση να μην προχωρήσει, τουλάχιστον προς το παρόν, σε νέα μεγάλη κλιμάκωση της αμερικανικής στρατιωτικής εκστρατείας κατά του Ιράν φαίνεται να έλαβε ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι στρατιωτικοί του σύμβουλοι προειδοποιούν ότι μια νέα επίθεση θα μπορούσε να εξαντλήσει επικίνδυνα τα ήδη μειωμένα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης Patriot και άλλων συστημάτων αεράμυνας στη Μέση Ανατολή.

Η προοπτική επανέναρξης μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων κατά του Ιράν θεωρείται ιδιαίτερα υψηλού ρίσκου από την αμερικανική κυβέρνηση. Εκτός από τα αποθέματα πυραύλων, στον υπολογισμό του Λευκού Οίκου περιλαμβάνονται ο κίνδυνος διεύρυνσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η αποξένωση κρίσιμων συμμάχων του Κόλπου που είναι ευάλωτοι σε ιρανικά αντίποινα, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, καθώς και η επιδείνωση των ενεργειακών και προσφυγικών κρίσεων.

Η αλλαγή στάσης του Τραμπ ήρθε μετά τη συνάντηση που είχε την Παρασκευή με κορυφαίους συμβούλους και ανώτατα στελέχη της κυβέρνησής του. Σύμφωνα με αξιωματούχους που ενημερώθηκαν για τη συζήτηση, τους οποίους εποικαλούνται οι New York Times η κατάσταση των αμερικανικών αποθεμάτων αντιαεροπορικών πυραύλων αποτέλεσε βασικό αντικείμενο των διαβουλεύσεων.

Η ανησυχία ενισχύθηκε μετά τον θάνατο τριών Αμερικανών στρατιωτών στην Ιορδανία την Παρασκευή, όταν ένας βαλλιστικός πύραυλος διείσδυσε στην αμερικανική άμυνα κατά τη διάρκεια μαζικής επίθεσης του Ιράν με πυραύλους και drones.

Ο στρατηγός Νταν Κέιν, πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, έχει προειδοποιήσει ιδιωτικά, ότι η επανέναρξη μεγάλης κλίμακας πολεμικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν είναι στρατιωτικά εφικτή, αλλά θα μπορούσε να αποδυναμώσει επικίνδυνα τα διαθέσιμα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, η οποία έχει την ευθύνη για τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.

Η «πυριτιδαποθήκη» του Κόλπου

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε Ιορδανία, Κουβέιτ, Μπαχρέιν και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχει βρεθεί στο στόχαστρο έντονων ιρανικών επιθέσεων τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Μια νέα, ευρύτερη αμερικανική επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη ισχυρότερα ιρανικά αντίποινα, αυξάνοντας την πίεση στα συστήματα αεράμυνας και στα αποθέματα πυραύλων που χρησιμοποιούνται για την προστασία των αμερικανικών δυνάμεων.

Στα τέλη Απριλίου είχε γίνει γνωστό ότι το Πεντάγωνο είχε χρησιμοποιήσει ήδη πάνω από 1.200 πυραύλους αναχαίτισης Patriot στον πόλεμο, με κόστος άνω των 4 εκατ. δολαρίων ανά πύραυλο. Οι εσωτερικές εκτιμήσεις του υπουργείου Άμυνας και στελέχη του Κογκρέσου είχαν ήδη προειδοποιήσει για επικίνδυνα χαμηλά αποθέματα. Η κατάσταση, σύμφωνα με στρατιωτικούς αξιωματούχους, επιδεινώθηκε περαιτέρω τις τελευταίες εβδομάδες.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έχει ενισχύσει τις δυνάμεις της στη Μέση Ανατολή, μεταφέροντας επιπλέον στρατιωτικό προσωπικό, όπλα και εφόδια, προκειμένου να είναι έτοιμη για ενδεχόμενη κλιμάκωση. Οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν επίσης προκαλέσει ζημιές ή καταστρέψει πολλές σιδηροδρομικές γέφυρες που χρησιμοποιούνται από τον άμαχο πληθυσμό, αλλά και για τη μεταφορά εφοδίων προς τις νότιες παράκτιες περιοχές του Ιράν κοντά στα Στενά του Ορμούζ.

Στα πιθανά επόμενα πλήγματα είχαν περιληφθεί παράκτια ραντάρ, εκτοξευτές αντιπλοϊκών πυραύλων, μικρά ιρανικά επιθετικά σκάφη, ενεργειακές εγκαταστάσεις και πυρηνικές υποδομές, μεταξύ άλλων και η περιοχή Πίκαξ Μάουντεν.

Από τη «μαζική επίθεση» στη συγκράτηση

Μόλις την Πέμπτη, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι εξετάζει μια «μαζική επίθεση», μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενη και ότι βρισκόταν κοντά στη λήψη απόφασης. Την Παρασκευή, λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση με τους συμβούλους του, είχε δηλώσει ότι οι αμερικανικές δυνάμεις είναι έτοιμες να δράσουν, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο διπλωματικής λύσης. Ωστόσο, μέχρι αργά την Παρασκευή, τα σχέδια για ευρύτερη εκστρατεία βομβαρδισμών φαίνεται να είχαν παραμεριστεί, τουλάχιστον προσωρινά. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ελάχιστοι από τους στενότερους συνεργάτες του Τραμπ θεωρούσαν ότι η κλιμάκωση ήταν συνετή επιλογή.

Ένας ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για το κατά πόσο η επανέναρξη μεγάλης κλίμακας επιθέσεων θα έφερνε το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αντίθετα, εκτίμησε ότι οι επιθέσεις μπορεί να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας τη συνοχή της ιρανικής κοινωνίας και επιτρέποντας στην ηγεσία της χώρας να συσπειρώσει την κοινή γνώμη γύρω από την αντιμετώπιση μιας εξωτερικής απειλής.

Η αμερικανική κυβέρνηση επιμένει ότι η διπλωματική επιλογή παραμένει στο τραπέζι. Ο διευθυντής επικοινωνίας του Λευκού Οίκου, Στίβεν Τσιούνγκ, δήλωσε ότι ο Τραμπ προτιμά σταθερά μια διπλωματική λύση, διατηρώντας ωστόσο όλες τις επιλογές διαθέσιμες εάν το Ιράν συνεχίσει «τρομοκρατικές δραστηριότητες» στα Στενά του Ορμούζ ή εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ.

Τα Στενά του Ορμούζ και το πετρέλαιο

Ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα κρίσιμο σταυροδρόμι στον σχεδόν πεντάμηνο πόλεμο με το Ιράν. Η διπλωματία έχει καταρρεύσει, ενώ οι τελευταίες εκτεταμένες αμερικανικές επιθέσεις δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε στρατιωτική υποχώρηση της Τεχεράνης. Την ίδια ώρα, η επαναφορά των εχθροπραξιών τις τελευταίες δύο εβδομάδες έχει προκαλέσει νέα άνοδο στις τιμές των καυσίμων, ενώ η Ουάσιγκτον αναζητά τρόπο να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ροής.

Οι εχθροπραξίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν παρουσίασαν το Σάββατο την πρώτη ένδειξη υποχώρησης έπειτα από δύο εβδομάδες. Για πρώτη φορά μετά από 13 συνεχόμενες νύχτες επιθέσεων, οι αμερικανικές δυνάμεις δεν ανακοίνωσαν νυχτερινά πλήγματα κατά του Ιράν. Η ένταση, ωστόσο, παρέμεινε υψηλή, καθώς οι συγκρούσεις μεταξύ δυνάμεων που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία και των φιλοϊρανών Χούθι στην Υεμένη συνεχίστηκαν.

Η εναλλακτική της οικονομικής πίεσης

Πολλοί από τους συμβούλους του Τραμπ, μεταξύ αυτών και ο γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ, υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια λιγότερο επικίνδυνη εναλλακτική: η συνέχιση των διαπραγματεύσεων και η διατήρηση της οικονομικής πίεσης στο Ιράν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Παραμένει, ωστόσο, ασαφές ποιες διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και εάν οποιαδήποτε νέα προσπάθεια μπορεί να ξεπεράσει τις εσωτερικές διαφωνίες στην ιρανική ηγεσία σχετικά με το ενδεχόμενο μιας συμφωνίας.

Ο ναυτικός αποκλεισμός που επανέφερε πρόσφατα η Ουάσιγκτον για πλοία που επιχειρούν να εισέλθουν ή να εξέλθουν από ιρανικά λιμάνια έχει μέχρι στιγμής μεικτά αποτελέσματα. Μετά το μνημόνιο κατανόησης που υπογράφηκε στα μέσα Ιουνίου, το Ιράν κατάφερε να επαναλάβει ορισμένες αποστολές πετρελαίου, κυρίως προς την Κίνα. Μεγάλο μέρος αυτών των φορτίων παραδίδεται μόλις τώρα, γεγονός που σημαίνει ότι θα χρειαστεί χρόνος για να αποκατασταθεί πλήρως η οικονομική πίεση στην Τεχεράνη.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε την Τρίτη ότι η Κίνα έχει μειώσει κατά περίπου 40% τις αγορές ιρανικού αργού τους τελευταίους μήνες, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον ίδιο, περιορίζει σημαντικά τα έσοδα του Ιράν από το πετρέλαιο.

Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε την Παρασκευή κυρώσεις σε εννέα εταιρείες και τέσσερα πρόσωπα που συνδέονται με το επιχειρηματικό δίκτυο του Ιρανού χρηματοδότη Μπαμπάκ Ζαντζανί, ο οποίος βρίσκεται ήδη υπό αμερικανικές κυρώσεις.

Η επιλογή της Ουάσιγκτον να περιορίσει, προς το παρόν, τη στρατιωτική κλιμάκωση δείχνει ότι η διαχείριση του πολέμου δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την ικανότητα των αμερικανικών δυνάμεων να πλήξουν ιρανικούς στόχους. Τα διαθέσιμα αποθέματα αεράμυνας, η προστασία των αμερικανικών βάσεων, η ασφάλεια των συμμάχων και το κόστος μιας νέας ενεργειακής κρίσης έχουν μετατραπεί σε κρίσιμους παράγοντες για την επόμενη απόφαση του Τραμπ.

Διαβαστε επισης