Άμυνα & Διπλωματία

Γεραπετρίτης σε Τουρκία: «Τα ήρεμα νερά δεν είναι αυτοσκοπός – Έτοιμη για κάθε σενάριο η Ελλάδα»


Η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν ήταν αυτοσκοπός ούτε, σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, αποτελεί αποτυχημένη επιλογή. Αντίθετα, πέτυχε τον βασικό της στόχο: να απομακρύνει τον κίνδυνο μιας μεγάλης ελληνοτουρκικής κρίσης και να προσφέρει στην Ελλάδα τον χρόνο να ενισχύσει την οικονομία, την άμυνα και τη διπλωματική της θέση.

Σήμερα, όμως, το σκηνικό αλλάζει. Οι νέες κινήσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο οδηγούν την Αθήνα σε πιο αυστηρή ρητορική, χωρίς να σηματοδοτούν εγκατάλειψη του διαλόγου.

«Οποιαδήποτε απόπειρα προσβολής των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο», διαμηνύει ο κ. Γεραπετρίτης, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η Ελλάδα είναι «απολύτως έτοιμη για κάθε σενάριο».

Η τοποθέτηση του υπουργού στη συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής» αποκτά ιδιαίτερο βάρος μετά την απόφαση της Τουρκίας να ανακηρύξει δύο θαλάσσια πάρκα στο Βόρειο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, σε περιοχές τις οποίες η Αθήνα θεωρεί ότι επικαλύπτουν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και μη οριοθετημένη ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Τι κέρδισε η Ελλάδα από τα «ήρεμα νερά»

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ότι η πολιτική της αποκλιμάκωσης δεν ταυτίζεται με τον κατευνασμό.

«Τα ήρεμα νερά δεν συνιστούν αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την εξυπηρέτηση των εθνικών μας στόχων», σημειώνει, εξηγώντας ότι η επιλογή μιας λειτουργικής σχέσης με την Τουρκία ήρθε μετά από μια περίοδο έντονης κλιμάκωσης, όταν ο κίνδυνος μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης ήταν υπαρκτός.

Κατά τον υπουργό, η συγκεκριμένη στρατηγική απέδωσε σε πέντε βασικά επίπεδα:

Πρώτον, στην αποκλιμάκωση της έντασης. Μειώθηκαν οι παραβιάσεις του Εθνικού Εναέριου Χώρου, περιορίστηκαν οι μεταναστευτικές ροές από την Ανατολή και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου απέκτησαν μεγαλύτερο περιθώριο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Δεύτερον, στην ενίσχυση της άμυνας. Η Αθήνα αξιοποίησε τον χρόνο που κέρδισε για να προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις, με τα Rafale, τα αναβαθμισμένα F-16, τις φρεγάτες Belharra, τη νέα δομή δυνάμεων και την προοπτική απόκτησης F-35 να αποτελούν βασικά στοιχεία της αμυντικής αναβάθμισης.

Τρίτον, στη διπλωματική ενίσχυση της χώρας. Ο υπουργός αναφέρεται στις σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ινδία και τις χώρες του Κόλπου, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική παρουσία έχει διευρυνθεί σημαντικά.

Τέταρτον, στο Κυπριακό. Η βελτίωση του κλίματος με την Τουρκία συνέβαλε, σύμφωνα με τον ίδιο, στην επανεκκίνηση των άτυπων συζητήσεων για το Κυπριακό υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.

Πέμπτον, στην ενίσχυση των ελληνικών θέσεων. Η Αθήνα αξιοποίησε την περίοδο αποκλιμάκωσης για να προωθήσει τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό και το πρόγραμμα αξιοποίησης του υποθαλάσσιου πλούτου, ενισχύοντας παράλληλα το νομικό και πολιτικό της οπλοστάσιο.

Από τα «ήρεμα νερά» στις «κόκκινες γραμμές»

Εδώ βρίσκεται η νέα παράμετρος της ελληνικής στρατηγικής.

Η Αθήνα δεν εγκαταλείπει την αποκλιμάκωση, αλλά θεωρεί ότι μπορεί πλέον να την εφαρμόζει από διαφορετική αφετηρία. Ο κ. Γεραπετρίτης μιλά για μια Ελλάδα που βρίσκεται «στο απόγειο της ισχύος της».

Το μήνυμα προς την Άγκυρα είναι σαφέστερο και πιο αυστηρό: ο διάλογος συνεχίζεται, αλλά δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως αποδοχή μονομερών ενεργειών.

«Οποιαδήποτε απόπειρα προσβολής των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται με οποιοδήποτε μέσο», τονίζει ο υπουργός, ενώ ξεκαθαρίζει ότι «κανένα τετελεσμένο δεν μπορεί να παραχθεί μονομερώς».

Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την τουρκική απόφαση για τα θαλάσσια πάρκα.

Η Άγκυρα παρουσιάζει την κίνησή της ως περιβαλλοντική πρωτοβουλία και απάντηση στις αντίστοιχες ελληνικές κινήσεις. Η Αθήνα, ωστόσο, τη χαρακτηρίζει μονομερή και παράνομη, υποστηρίζοντας ότι τα πάρκα εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων, σε περιοχές διεθνών υδάτων αλλά και ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Έτσι, μια φαινομενικά περιβαλλοντική πρωτοβουλία μετατρέπεται σε ακόμη ένα πεδίο αντιπαράθεσης για το θαλάσσιο καθεστώς στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Διακήρυξη των Αθηνών παραμένει στο τραπέζι

Παρά την αυστηρότερη γλώσσα, ο κ. Γεραπετρίτης απορρίπτει την άποψη ότι η Αθήνα θεωρεί τη Διακήρυξη των Αθηνών «νεκρή».

Υπενθυμίζει ότι ο διάλογος με την Τουρκία δεν ξεκίνησε από τη σημερινή κυβέρνηση, καθώς όλες οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης διατήρησαν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας. Αναφέρεται, μάλιστα, στους 64 γύρους διερευνητικών επαφών, τους οποίους χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό άτακτους και αναποτελεσματικούς ως προς την ενίσχυση των ελληνικών θέσεων.

Κατά τον υπουργό, η Διακήρυξη των Αθηνών διαφοροποίησε αυτή την πρακτική, δημιουργώντας για πρώτη φορά ένα δομημένο πλαίσιο διαλόγου τριών πυλώνων.

Το πλαίσιο αυτό, όπως υποστηρίζει, λειτούργησε ως «δίαυλος αποσυμπίεσης» στις σχέσεις των δύο χωρών, χωρίς να απαιτεί από την Ελλάδα ή την Τουρκία να εγκαταλείψουν τις πάγιες νομικές τους θέσεις.

Και αυτό θεωρείται κρίσιμο σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή βρίσκεται αντιμέτωπη με πολέμους και συνεχείς γεωπολιτικές ανατροπές.

Η Τουρκία κοιτάζει πέρα από το Αιγαίο

Η Αθήνα, την ίδια ώρα, δεν αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Ο κ. Γεραπετρίτης εντάσσει τις κινήσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο σε μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη της Τουρκίας να εδραιώσει τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης.

Η τουρκική αμυντική βιομηχανία, η παρουσία της στη Λιβύη και κυρίως οι εξελίξεις στη Συρία αποτελούν, σύμφωνα με την ελληνική ανάγνωση, κομμάτια μιας ευρύτερης προσπάθειας προβολής ισχύος.

Ο υπουργός εκτιμά ότι η τουρκική παρουσία σε χώρες όπως η Λιβύη και η Συρία δεν είναι πάντοτε προς όφελος της σταθερότητας, ενώ θεωρεί ότι οι τελευταίες παρεμβάσεις στη Συρία ενισχύουν την τάση της Άγκυρας για μεγαλύτερη περιφερειακή επιρροή.

«Η Ελλάδα της παθητικής διπλωματικής αδράνειας πέρασε ανεπιστρεπτί»

Ίσως η πιο χαρακτηριστική αποστροφή του υπουργού αφορά την αλλαγή φιλοσοφίας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

«Η Ελλάδα θα συνεχίζει να δομεί την εξωτερική της πολιτική στην περιοχή μας. Αν αυτό ενοχλεί κάποιους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ας το ξεπεράσουν», αναφέρει.

Και προσθέτει: «Η Ελλάδα της παθητικής διπλωματικής αδράνειας πέρασε ανεπιστρεπτί».

Αυτό είναι το νέο μήνυμα της Αθήνας: ο διάλογος με την Τουρκία συνεχίζεται, αλλά δεν συνεπάγεται αναστολή των ελληνικών πρωτοβουλιών.

Ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, η αξιοποίηση του υποθαλάσσιου πλούτου και η ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν στην ατζέντα.

Η Ελλάδα επιμένει, παράλληλα, ότι καμία μονομερής ενέργεια δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα.

Με άλλα λόγια, η Αθήνα επιχειρεί να περάσει από τα «ήρεμα νερά» σε μια πολιτική «ήρεμης ισχύος»: διάλογος όπου είναι εφικτός, αποκλιμάκωση όπου υπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά σαφείς κόκκινες γραμμές όταν τίθενται ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Διαβαστε επισης