«Η ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της επικείμενης ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027 και θα εργαστούμε σκληρά ώστε να επιτευχθούν απτά αποτελέσματα έως το τέλος της θητείας μας», τόνισε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης σε κοινές δηλώσεις μετά τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης Ελμεντίν Κοβακόβιτς (Elmedin Konakovic) στο Σεράγεβο.
Υπενθύμισε πως η υπογραφή της Διακήρυξης των Δελφών τον περασμένο Απρίλιο αποτέλεσε πράξη υψηλού συμβολισμού και ένα σαφές μήνυμα ότι η πορεία προς την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πραγματικά μη αναστρέψιμη.
«Είναι καιρός οι χώρες της περιοχής να ανταποκριθούν στη συγκυρία και να αξιοποιήσουν το δυναμικό που διαθέτει η περιοχή ως χώρος ειρήνης και ευημερίας, καθώς και ως περιοχή ιδιαίτερης σημασίας για την ασφάλεια της Ευρώπης», σημείωσε και προσέθεσε:
«Η επίτευξη του στόχου αυτού συνδέεται άρρηκτα με την πορεία της περιοχής προς την ένταξη στην ΕΕ».
Σημείωσε δε πως η Ελλάδα, ως το παλαιότερο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περιοχή, έχει ταχθεί σθεναρά, ήδη από το 2003 και την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης, υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων.
«Η διεύρυνση της ΕΕ πρέπει να ανακτήσει τη δυναμική και την αξιοπιστία της», τόνισε. «Η διαδικασία της διεύρυνσης έχει καταστεί εκ νέου κορυφαία ευρωπαϊκή προτεραιότητα και αυτό είναι προς όφελος τόσο των Δυτικών Βαλκανίων όσο και της ίδιας της Ευρώπης».
Υπενθύμισε όμως πως η πορεία προς την ένταξη αξιολογείται βάσει των αρχών της αιρεσιμότητας και των ιδίων επιδόσεων. «Περνά μέσα από την εκπλήρωση όλων των απαραίτητων κριτηρίων, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, τις αρχές του κράτους δικαίου, το Διεθνές Δίκαιο και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπουμε ότι η διαδικασία της διεύρυνσης είναι μια πολιτική διαδικασία την οποία πρέπει να διευκολύνουμε με τρόπο πολιτικό».
Όπως επισήμανε, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη είναι ένας από τους εταίρους των Δυτικών Βαλκανίων για τους οποίους η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κεντρική πολιτική επιδίωξη.
«Ο φίλος λαός της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες όταν επικρατούν ο εθνικισμός, ο αναθεωρητισμός και οι ακραίες φωνές στα Βαλκάνια, κάτι που πρέπει να αποτρέψουμε και να αποφύγουμε», τόνισε χαρακτηριστικά.
Δεν μπορούμε να αγνοούμε τα ιστορικά τραύματα, ανέφερε ο υπουργός, οφείλουμε όμως, προσέθεσε, «να οικοδομήσουμε πάνω σε αυτά που μας ενώνουν: τους στενούς δεσμών μεταξύ των λαών της περιοχής, την παρόμοια νοοτροπία, και το γεγονός ότι, τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, έχουμε τη δυνατότητα να επικοινωνούμε και να κατανοούμε ο ένας τον άλλον, παρά τις διαφορές μας».
Σημείωσε ακόμη την τεράστια γεωπολιτική σημασία της περιοχής, καθώς βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ της Κεντρικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου.
«Η σημασία της στρατηγικής αυτής θέσης καθίσταται ακόμη πιο εμφανής στο σημερινό διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, αστάθεια, έλλειψη προβλεψιμότητας και κλονισμό της εμπιστοσύνης στους διεθνείς θεσμούς».
«Επιβεβαίωσα την ετοιμότητα της Ελλάδας να παράσχει στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη κάθε τεχνική βοήθεια που ενδεχομένως ζητηθεί κατά την πορεία της χώρας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση». Όσον αφορά τις περιφερειακές εξελίξεις, «αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στη συνεργασία μας στο πλαίσιο του Περιφερειακού Συμβουλίου Συνεργασίας (RCC), με έδρα το Σεράγεβο».
Παράλληλα, προσέθεσε, το πλαίσιο της Διαδικασίας Συνεργασίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη (SEECP) προσφέρει περαιτέρω δυνατότητες για την ενίσχυση του περιφερειακού συντονισμού και της συνεργασίας.
Όσον αφορά τις διμερείς σχέσεις, σημείωσε πως οι χώρες συγκαταλέγονται μεταξύ των λίγων που δεν έχουν ανοιχτά διμερή ζητήματα και το γεγονός αυτό «κάνει τις συζητήσεις μας ακόμη πιο εύκολες».
Επιβεβαιώθηκε το πολύ καλό επίπεδό τους, αλλά και οι μεγάλες δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξή τους σε πολλούς τομείς και οι δύο υπουργοί συμφώνησαν να ενισχύσουν τη συνεργασία στους τομείς της οικονομίας, του εμπορίου και των επενδύσεων, αλλά και στην ενεργειακή ανθεκτικότητα και διαφοροποίηση. Διερευνήθηκαν επίσης δυνατότητες εμβάθυνσης της συνεργασίας σε τομείς με σημαντικό αναπτυξιακό δυναμικό, όπως ο τουρισμός, ο πολιτισμός και η εκπαίδευση.
«Για να αναπτυχθούν περαιτέρω οι τομείς αυτοί, είναι αναγκαία η ύπαρξη τακτικών μεταφορικών συνδέσεων», ανέφερε ο υπουργός και ανακοίνωσε ότι οι απευθείας αεροπορική σύνδεση μεταξύ Αθήνας και Σεράγεβο θα επανεκκινήσει σε τακτική βάση από τον προσεχή Οκτώβριο.