Άμυνα & Διπλωματία

Δημοσιονομικό συναγερμό σημαίνει το Ελεγκτικό Συνέδριο για τις αμυντικές δαπάνες


Σημαντικές προκλήσεις για τον κρατικό προϋπολογισμό, το δημόσιο χρέος καθώς και το εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας συνιστά η αύξηση των αμυντικών δαπανών, που θα σκαρφαλώσουν στα 6 δισ. ευρώ το 2028, σύμφωνα με την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Συγχρόνως το Ε.Σ. τονίζει πως οι αμυντικές δαπάνες αποτελούν και μια ουσιαστική ευκαιρία για την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας μέσω της δραστηριοποίησης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ), οι αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας για το 2024 διαμορφώθηκαν σε 5,426 δισ. ευρώ (2,29% του ΑΕΠ), σημειώνοντας αύξηση 5% σε σχέση με το 2023.

Οι πληρωμές για εξοπλιστικά προγράμματα σε ταμειακή βάση αυξήθηκαν κατά 12%, φθάνοντας τα 1,669 δισ. ευρώ, ενώ οι φυσικές παραλαβές (κατά τους λογιστικούς κανόνες ESA 2010) ανήλθαν σε 1,196 δισ. ευρώ, εξαντλώντας πλήρως τα ανώτατα όρια του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ).

Τονίζεται πως η εγγραφή στον προϋπολογισμό των δαπανών απόκτησης ενός εξοπλιστικού συστήματος δεν γίνεται στο έτος της πληρωμής, αλλά στο έτος της παραλαβής.

Καλπάζουν προς τα 6 δισ.

Για την περίοδο 2025-2028, οι συνολικές αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν περαιτέρω, φθάνοντας τα 5,970 δισ. ευρώ το 2028. Οι φυσικές παραλαβές εξοπλισμών αναμένεται να κορυφωθούν το 2027 στα 2,324 δισ. ευρώ.

Όπως υπογραμμίζει το Ελεγκτικό Συνέδριο, η συστηματική παρακολούθηση των μεγεθών αυτών είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοσιονομική σταθερότητα, καθώς η αύξηση των εξοπλισμών —ανεξάρτητα από τους ειδικούς λογιστικούς κανόνες της ΕΕ που καθυστερούν την εγγραφή τους στο έλλειμμα μέχρι την πραγματική παράδοση— επιβαρύνει το πραγματικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα και το δημόσιο χρέος, ασκώντας ενδεχομένως πιέσεις στις δαπάνες άλλων δημόσιων πολιτικών.

Η πίεση δεν περιορίζεται στα δημόσια οικονομικά, καθώς η μεγάλη εξάρτηση από το εξωτερικό επιβαρύνει και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των οπλικών συστημάτων προέρχεται από το εξωτερικό, σε ποσοστό 93,9% επί της αξίας με την εγχώρια παραγωγή να καλύπτει μόλις το 6,1% των αναγκών.

Ειδικότερα, κατά την περίοδο 2021-2024, το 72,3% των οπλικών συστημάτων προήλθε κατά μέσο όρο από χώρες της Ευρωζώνης και το 21,6% από τρίτες χώρες.

Την ίδια περίοδο, οι αποδοχές προσωπικού απορρόφησαν κατά μέσο όρο το 44% των συνολικών δαπανών του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τα εξοπλιστικά προγράμματα το 39% και οι λειτουργικές ανάγκες το 17%.

Η αβεβαιότητα αυξάνει τις δαπάνες

Στο περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η ΕΕ ενεργοποίησε το πλαίσιο «ReArm Europe Plan/Readiness 2030» και τη «Λευκή Βίβλο για την ευρωπαϊκή άμυνα». Στο πλαίσιο αυτό, εγκρίθηκε στις 8 Ιουλίου 2025 η ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας για την Ελλάδα και άλλα 14 κράτη-μέλη.

Το νέο αυτό ευρωπαϊκό πλαίσιο παρέχει αυξημένη δημοσιονομική ευελιξία, πρόσβαση στο χρηματοδοτικό μέσο SAFE (ύψους 150 δισ. ευρώ) και κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Παράλληλα, τίθεται ως στόχος η αύξηση της συμμετοχής της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας των κρατών-μελών σε ποσοστό 25%, μέσω συμπαραγωγών και ενίσχυσης της έρευνας και ανάπτυξης.

Το στοίχημα της εγχώριας παραγωγής

Όπως σημειώνει η έκθεση, η ουσιαστική ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για βιώσιμες επενδύσεις στον κλάδο μπορούν να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, να ενισχύσουν τα δημόσια έσοδα και τις εξαγωγές, αντισταθμίζοντας σταδιακά τις αρνητικές επιπτώσεις των εξοπλιστικών εισαγωγών στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο καταλήγει πως η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί κομβικό στοίχημα, εφόσον η αύξηση των δαπανών παγιωθεί, μόνο μέσω σημαντικών επενδύσεων από εγχώριες βιομηχανίες, ώστε να αντισταθμιστούν οι πιέσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και να μετατρέψει την αμυντική δαπάνη σε μοχλό ανάπτυξης, απασχόλησης και εσόδων.

Διαβαστε επισης