Άμυνα & Διπλωματία

Αποδίδει η στρατηγική αναμονής του Πούτιν: Ο Τραμπ ραγίζει το δυτικό μέτωπο


Η στρατηγική του Βλαντίμιρ Πούτιν να παρατείνει τη σύγκρουση στην Ουκρανία, ποντάροντας στην κόπωση της Δύσης, ενδέχεται να αποδίδει καρπούς. Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Μόσχα, η πίεση προς το Κίεβο και οι πολιτικές ρωγμές στην Ευρώπη διαβρώνουν σταδιακά την ενότητα που είχε ανατρέψει τους αρχικούς υπολογισμούς του Κρεμλίνου.

Η προοπτική να επιστρέψει η Ευρώπη στις αγορές ρωσικής ενέργειας, την οποία προωθεί ο Ντόναλντ Τραμπ, αποτελεί στροφή 180 μοιρών. Λίγα χρόνια πριν, οι ΗΠΑ προειδοποιούσαν για την επικίνδυνη εξάρτηση ευρωπαϊκών οικονομιών, με πρώτη τη Γερμανία, από το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο. Σήμερα, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να ενθαρρύνει την αναβίωση αυτών των δεσμών, ενώ έχει ήδη κινηθεί προς την αγορά ρωσικού ντίζελ.

Για το Κρεμλίνο, η εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς μια ευκαιρία ενεργειακής επιστροφής. Αγγίζει τον πυρήνα μιας στρατηγικής που ο Πούτιν ακολουθεί από την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία το 2022: να αντέξει περισσότερο από τους αντιπάλους του, μέχρι το κόστος της στήριξης του Κιέβου να γίνει πολιτικά δυσβάσταχτο για τη Δύση. Η αρχική εκτίμηση του Ρώσου προέδρου ήταν ότι η εισβολή θα οδηγούσε σε γρήγορη επικράτηση. Η αντίσταση των Ουκρανών και η ενότητα των δυτικών συμμάχων ανέτρεψαν αυτόν τον σχεδιασμό. Η στρατιωτική και οικονομική στήριξη προς το Κίεβο, μαζί με την απομάκρυνση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, δημιούργησαν ένα ενιαίο μέτωπο, που η Μόσχα δεν είχε προβλέψει στην έκταση που τελικά διαμορφώθηκε.

Η ενεργειακή απεξάρτηση, ωστόσο, είχε κόστος και για την ίδια την Ευρώπη. Η Γερμανία, που πριν από την εισβολή προμηθευόταν από τη Ρωσία περισσότερο από το μισό φυσικό αέριο που κατανάλωνε, αναγκάστηκε να στραφεί σε ακριβότερες εναλλακτικές πηγές. Η άνοδος των τιμών ενέργειας επιβάρυνε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, τροφοδοτώντας παράλληλα πολιτικές αντιδράσεις.

Όπως επισημαίνει ο ανταποκριτής των New York Times Αντον Τροιανόφσκι, ο Πούτιν θεωρούσε εξαρχής ότι η δυτική συνοχή θα διασπαστεί με την πάροδο του χρόνου. Η παράταση της σύγκρουσης λειτουργεί ως μέσο πίεσης: όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο εντονότερες γίνονται οι οικονομικές επιβαρύνσεις και οι πολιτικές διαφωνίες στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της Ουκρανίας.

Το τίμημα για τη Ρωσία είναι τεράστιο, με περισσότερους από ένα εκατομμύριο στρατιωτικούς να έχουν χαθεί ή τραυματιστεί. Ωστόσο, ο Πούτιν εξακολουθεί να επιδιώκει τους βασικούς στόχους του: εδαφικά κέρδη, αποδυνάμωση της ουκρανικής στρατιωτικής ισχύος και αποκλεισμό της προοπτικής ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ.

Ο Τραμπ και η μετατόπιση των ισορροπιών

Η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο επιτάχυνε τις αμφιβολίες για τη διάρκεια και την αξιοπιστία της αμερικανικής στήριξης. Η στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία περιορίστηκε αισθητά, μεταφέροντας μεγαλύτερο βάρος στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Παράλληλα, οι επανειλημμένες πρωτοβουλίες του Αμερικανού προέδρου για συμφωνία με τη Μόσχα συνοδεύτηκαν από παραχωρήσεις και κινήσεις που ενίσχυσαν τις προσδοκίες του Κρεμλίνου.

Από την προεκλογική υπόσχεση ότι θα τερμάτιζε τη σύγκρουση μέσα σε 24 ώρες έως τη συνάντησή του με τον Πούτιν στην Αλάσκα και την προώθηση ενός σχεδίου 28 σημείων που θεωρήθηκε ευνοϊκό για τη Ρωσία, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εμφανιστεί πρόθυμος να επιδιώξει συμφωνία. Ο Πούτιν, αντίθετα, δεν έχει εγκαταλείψει τις βασικές απαιτήσεις του, ακόμη και όταν η Ουάσιγκτον του προσφέρει διπλωματικό χώρο.

Πλέον ο Τραμπ επιρρίπτει ευθύνες στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για τη συνέχιση της σύγκρουσης, ενώ υποβαθμίζει τη ρωσική ευθύνη για τις επιθέσεις που αυξάνουν τις απώλειες αμάχων. Η ρητορική αυτή ενισχύει την πίεση προς το Κίεβο να αποδεχθεί μια συμφωνία, ακόμη και αν οι όροι της ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στις επιδιώξεις της Μόσχας.

Η ευρωπαϊκή πολιτική ρωγμή

Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση των πολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας δημιουργεί πρόσθετα περιθώρια για το Κρεμλίνο. Η Αλίς Βάιντελ, επικεφαλής της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις καταστρέφουν την εγχώρια οικονομία, ενώ η Μαρίν Λεπέν κατηγορεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι ακολουθεί ενεργειακή πολιτική αντιπαράθεσης με τη Μόσχα, την ώρα που η Ευρώπη αντιμετωπίζει προβλήματα ενεργειακού εφοδιασμού. Στη Γερμανία, η AfD έχει αναδειχθεί σε ιδιαίτερα ισχυρή πολιτική δύναμη, ενώ στη Γαλλία η Λεπέν εμφανίζεται ως φαβορί ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.

Η άνοδος της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς έχει βαθιές εγχώριες αιτίες, από τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, έως την κρίση εμπιστοσύνης προς τις κυβερνήσεις. Παράλληλα, εκστρατείες παραπληροφόρησης που αποδίδονται στη Ρωσία επιδιώκουν να εντείνουν αυτές τις διαιρέσεις. Η πολιτική ενίσχυση των φιλορωσικών δυνάμεων δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη έχει εγκαταλείψει συλλογικά την Ουκρανία. Περιορίζει, όμως, την ευχέρεια των κυβερνήσεων να διατηρήσουν μια συνεκτική στρατηγική, ιδίως όταν η οικονομική πίεση και η εκλογική φθορά καθιστούν δυσκολότερη την πολιτική συναίνεση.

Για τον Πούτιν, η μεγαλύτερη δικαίωση δεν θα ήταν απλώς μια νέα εδαφική παραχώρηση, αλλά η διάλυση της δυτικής ενότητας που αρχικά περιόρισε τις φιλοδοξίες του.

Διαβαστε επισης