Τράπεζες

Ελβετικό φράγκο: Τελευταία ευκαιρία για δανειολήπτες


Σε μία εξαιρετικά κρίσιμη δίκη θα κριθεί η πολυετής αντιπαράθεση των δανειοληπτών με τις τράπεζες για τα «τοξικά» στεγαστικά δάνεια ελβετικού φράγκου, με την πλευρά των δανειοληπτών να διατηρεί αμυδρές ελπίδες για ανατροπή της εξαιρετικά δυσμενούς νομολογίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την περυσινή απόφαση (4/2019) της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Την Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου, συζητείται στον Άρειο Πάγο η συλλογική αγωγή περίπου 4.500 δανειοληπτών κατά συστημικής τράπεζας, για την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου Αθηνών 911/2018, η οποία είχε δικαιώσει την τράπεζα, κρίνοντας ότι οι δανειολήπτες είναι υποχρεωμένοι να εξοφλήσουν τα δάνειά τους με βάση την τρέχουσα ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό φράγκο.

Η πάγια επιχειρηματολογία των δανειοληπτών στις περισσότερες υποθέσεις για δάνεια ελβετικού φράγκου εστιάζει στην καταχρηστικότητα του όρου, βάσει του οποίου οι δανειολήπτες είναι υποχρεωμένοι να εξυπηρετούν τα δάνεια με βάση την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία και εδράζεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την προστασία του καταναλωτή.

Όμως, με την απόφαση 4/2019, που αφορούσε ατομική περίπτωση δανειολήπτριας, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε ότι ο επίδικος όρος συναλλαγών είναι δηλωτικός και δεν μπορεί να ελεγχθεί για καταχρηστικότητα. Όπως σημειώνεται στην απόφαση:

  • «Ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου.
  • Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, έκρινε ότι ο επίμαχος όρος 7 περ. α' §2 της δανειακής συμβάσεως συνιστά δηλωτικό όρο κατά την προαναφερόμενη έννοια, διότι επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και με τη σκέψη αυτή απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμη.
  • Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεις των άρθρων 291, 305, 306 ΑΚ και 2 παρ. 6 εδ. α ν. 2251/1994, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/17.1.2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και την 19η αιτιολογική σκέψη αυτής».

Σχετικά με το ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας του καταναλωτή, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ερμήνευσε εις βάρος των καταναλωτών τη σχετική Οδηγία 93/13 και το ν. 2251/1994, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό Δίκαιο.

Σύμφωνα με την απόφαση,

  • «Είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. (…) Για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994».

Ελπίδα για προδικαστικό ερώτημα

Με αυτά τα δυσμενή δεδομένα, οι εκπρόσωποι των καταναλωτών ρίχνουν πλέον το βάρος των προσπαθειών τους για μια θετική απόφαση από τον Άρειο Πάγο στο αίτημα που έχει κατατεθεί και έχει την υποστήριξη και του Δικηγορικού Συλλόγου της Θεσσαλονίκης να απευθυνθεί προδικαστικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ώστε αυτό να ερμηνεύσει το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και, σε συνέπεια με προηγούμενες αποφάσεις του, να υποδείξει στον Άρειο Πάγο ότι ο επίμαχος όρος μπορεί να τεθεί σε έλεγχο καταχρηστικότητας.

Στην πλευρά των δανειοληπτών τάσσεται ο νομικός κόσμος της χώρας, που έχει διατυπώσει σοβαρές ενστάσεις για την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας έχει ανακοινώσει πως θεωρεί ότι η απόφαση «συγκρούεται» με το δίκαιο της ΕΕ και έχει υπενθυμίσει σχετική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία οι τράπεζες πρέπει να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή ενημέρωση ώστε να μπορούν να παίρνουν ορθές αποφάσεις, ιδίως όταν πρόκειται για δάνεια σε συνάλλαγμα, όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος σοβαρής υποτίμησης του εγχώριου έναντι του ξένου νομίσματος.

Η Συντονιστική Επιτροπή έχει υποστηρίξει το αίτημα για προδικαστικό ερώτημα, τονίζοντας: «Με δεδομένο ότι το ζήτημα αφορά δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες, πολλές εκ των οποίων είναι επίδικες, η Συντονιστική Επιτροπή θεωρεί ότι ο σεβασμός στην ενωσιακή δικαιοταξία θα επέβαλε την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ, ώστε να υπάρξει η αναγκαία ασφάλεια δικαίου και το σύνολο των κρίσιμων ερμηνευτικών ζητημάτων να επιλυθούν κατά τρόπο οριστικό, σαφή και ανεπίδεκτο αμφίσημων αναγνώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

Το μεγάλο ζητούμενο, λοιπόν, σε αυτή τη δίκη είναι αν ο Άρειος Πάγος θα δεχθεί να υποβάλει το προδικαστικό ερώτημα. Οι πιθανότητες να γίνει δεκτό αυτό το αίτημα δεν είναι μεγάλες, σύμφωνα με νομικούς, αφού ο Άρειος Πάγος, σε περίπτωση που υποβάλει το ερώτημα, θα ανοίξει το δρόμο για την αμφισβήτηση της νομικής βάσης μιας πολύ σημαντικής απόφασης της Ολομέλειας.