Οικονομία

Επαναφορά του ΕΚΑΣ με νέα φόρμουλα ως μόνιμη παροχή


Παράθυρο άνοιξε ο Ευκλ. Τσακαλώτος λέγοντας: «Σκεφτόµαστε την επαναφορά του, µε διαφορετική µορφή, πιο στοχευµένο»

Eναλλακτικούς τρόπους µόνιµης ενίσχυσης των χαµηλοσυνταξιούχων που έχασαν το ΕΚΑΣ την περίοδο της κρίσης εξετάζει το οικονομικό επιτελείο.

Κρίσιμος παράγοντας είναι το δηµοσιονοµικό περιθώριο και ειδικότερα το αν και κατά πόσο θα υπάρξει επιπλέον περαιτέρω δυνατότητα, πλέον του χώρου που έχει ήδη προβλεφθεί και καλυφθεί µε το νέο πακέτο θετικών µέτρων µόνιµου χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, τυχόν νέες παρεµβάσεις, μπορεί να μπουν στην ατζέντα το φθινόπωρο, όταν θα διαµορφώνεται σταδιακά και ο προϋπολογισµός του 2020.

Ανάµεσα σε διάφορα άλλα σενάρια που διακινούνται ξεχωρίζει αυτό που αφορά στο ποσό της εθνικής σύνταξης το οποίο δυνητικά θα µπορούσε να αυξηθεί για τους χαµηλοσυνταξιούχους.

Σύμφωνα με το νόμο Κατρούγκαλου, η εθνική σύνταξη είναι σταθερού ποσού για όλους από το 2016 και ανέρχεται στα 384 ευρώ για όσους έχουν τουλάχιστον 20ετία ασφάλισης. Ωστόσο, σύµφωνα µε το προαναφερθέν σενάριο, το σταθερό ποσό της θα µπορούσε να αυξηθεί, ακόμα και να ξεπεράσει τα 400 ευρώ, για όσους εισπράττουν ένα μίνιμουμ κύριας σύνταξης που θα μπορούσε, για παράδειγµα, να έχει οροφή τα 600 ευρώ.

Η εθνική σύνταξη αποτελεί άλλωστε τη βάση πάνω στην οποία χτίζεται το σύνολο της σύνταξης, καθώς στην εθνική προστίθεται η ανταποδοτική, η οποία αντιστοιχεί στις εισφορές που έχει καταβάλει ο ασφαλισµένος, ενώ οι παλαιοί διατηρούν ενίοτε και «προσωπική διαφορά».

Απώτερος στόχος του οικονομικού επιτελείου - εφόσον εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις- είναι να επιστραφεί η ενίσχυση του ΕΚΑΣ, όχι όμως με τη μορφή προνοιακού επιδόματος, αλλά ως µόνιµο τµήµα της συνταξιοδοτικής παροχής προς του χαμηλοσυνταξιούχους.

Φυσικά οι αρμόδιοι γνωρίζουν ότι αυτή η επιδίωξη είναι αρκετά φιλόδοξη και τα περιθώρια νέων μέτρων εξαιρετικά περιορισμένα δεδομένου μάλιστα ότι η πλήρης κατάργηση των περικοπών του 2019 και η µόνιµη 13η σύνταξη έχουν ετήσιο κόστος πάνω από δύο δισ. για τον λογαριασµό του Ασφαλιστικού.

Εντούτοις παράθυρο επαναφοράς του ΕΚΑΣ άνοιξε τις προάλλες ο ίδιος ο υπουργός Οικονοµικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο οποίος σε συνέντευξή του είπε πως «στη διαπραγµάτευση που κάναµε, κάτι δίνεις, κάτι παίρνεις», αποκαλύπτοντας πως «σκεφτόµαστε την επαναφορά του, µε διαφορετική µορφή, πιο στοχευµένο» όπως χαρακτηριστικά είπε.

Από την πλευρά του, ο υφυπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τάσος Πετρόπουλος, έχει υποστηρίξει πολλές φορές πως η τύχη του ΕΚΑΣ είχε ήδη προδιαγραφεί από το 2010, όταν το Επίδοµα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων διαχωρίστηκε από τη σύνταξη στο πλαίσιο του λογιστικού διαχωρισµού προνοιακών-ασφαλιστικών παροχών και εντάθηκε στις προνοιακές παροχές µαζί µε το εξωιδρυµατικό επίδοµα και το επίδοµα απολύτου αναπηρίας.

Ο ίδιος υποστήριξε πρόσφατα στη Βουλή πως οι συντάξεις δεν θα είχαν ΕΚΑΣ από το 2015, στο πλαίσιο αυτού του διαχωρισµού. Ο προνοιακός χαρακτήρας του ΕΚΑΣ ήταν άλλωστε µόνιµη αφορµή για την επιµονή των δανειστών στην περικοπή και κατάργησή του… «∆εν διαφεύγει την προσοχή µας η προστασία των κατώτερων συντάξεων, ώστε να αντιµετωπίσουµε τα προβλήµατα από τη µείωση µέχρι και την κατάργηση του ΕΚΑΣ... Από το 2010 είχε προβλεφθεί η απόσπαση του ΕΚΑΣ από τη σύνταξη. Μοναδική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να αντιµετωπίζει τέτοιες περιπτώσεις» δήλωνε τον ∆εκέµβριο του 2017 ο κ. Πετρόπουλος.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους ειδικούς, η αρχή έγινε µε τις αυξήσεις που δόθηκαν από 1/1/2019 σε 620.000 συνταξιούχους, στο πλαίσιο του επανυπολογισµού. Σε αυτούς συµπεριλαµβάνονται και πολλοί χαµηλοσυνταξιούχοι που εισέπρατταν το ΕΚΑΣ. Από 1/1/2019 έλαβαν το 1/5 της αύξησης που δικαιούνται, ενώ τα επόµενα τέσσερα χρόνια θα λάβουν σταδιακά και τα υπόλοιπα.

Υπενθυµίζεται πως από το 2016 το ΕΚΑΣ δίνεται σε συνταξιούχους που εισπράττουν ακαθάριστο ποσό κύριας και επικουρικής σύνταξης έως 660 ευρώ και φέτος -τελευταία χρονιά χορήγησής του- έχει φτάσει μόλις στα 12 ευρώ µηνιαίως.