Με Άποψη

ΕΕ και Λατινική Αμερική πρέπει να έρθουν πιο κοντά


Εδώ και αρκετές δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των θεσμών της -Κομισιόν, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο- έχει υποβαθμίσει τις σχέσεις της με τα κράτη της Λατινικής Αμερικής. 

Οι συζητήσεις που αναπτύσσονται στην ΕΕ σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο αφορούν κυρίως τις εμπορικές σχέσεις και το επίπεδο δημοκρατίας και πολιτικών θεσμών στα κράτη της Λατινικής Αμερικής. 

του Δημήτρη Ραπίδη*

Από τη μία πλευρά, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των συνομιλιών της Κομισιόν με την εμπορική ένωση Mercosur στο ζήτημα της ενδυνάμωσης των διμερών σχέσεων εμπορίου. Από την άλλη πλευρά, η Κομισιόν και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σπεύδουν με κάθε ευκαιρία να αναφερθούν στο ζήτημα της δημοκρατικότητας και διαφάνειας την πολιτικών θεσμών σε κράτη της Λατινικής Αμερικής, χωρίς πολλές φορές να έχει προηγηθεί η κατάλληλη επεξεργασία όλων των δεδομένων, των γεωπολιτικών ισορροπιών και των εσωτερικών θεσμικών συγκρούσεων. 

Η έλλειψη εμβάθυνσης στην ερμηνεία πολλών πολιτικών εξελίξεων στη Λατινική Αμερική και η πρόσληψη της λατινοαμερικανικής πραγματικότητας μέσα από τα ξεπερασμένα ερμηνευτικά εργαλεία του Ψυχρού Πολέμου, αποτελούν δύο βασικά ζητήματα σε ό,τι αφορά τον τρόπο που η ΕΕ ασκεί και διαμορφώνει πολιτική απέναντι στη Λατινική Αμερική συνολικά.  

Πιο συγκεκριμένα, η Κομισιόν, η πλειοψηφία των κρατών-μελών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Λαϊκό Κόμμα, η ομάδα των φιλελεύθερων και ένα σημαντικό τμήμα των σοσιαλιστών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αγνοούν την επιρροή που ασκεί η διαμόρφωση ενός πολυπολικού συστήματος ισορροπιών στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις σε κράτη της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής: Από την αντανάκλαση της εμπορικής σύγκρουσης ΗΠΑ-Κίνας στην πολιτική κρίση στη Νικαράγουα, τις ευαίσθητες ισορροπίες Ουάσιγκτον και Μόσχας στο ζήτημα της σοβούσας σύγκρουσης κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα, μέχρι την ενδυνάμωση της κεντροαριστεράς στο Μεξικό ως απάντηση στην επιθετική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ και τις συνέπειες της αλλαγής πολιτικής ηγεσίας στην Κούβα, με το σταδιακό πέρασμα στη μετα-Κάστρο εποχή. 

Είναι γεγονός ότι εδώ και δεκαετίες πολλές ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες θεωρούν πως η Λατινική Αμερική ανήκει στη ζώνη επιρροής των ΗΠΑ και πως ακόμη και προσπάθειες σύσφιξης των σχέσεων με τα κράτη της περιοχής είναι καταδικασμένες σε αποτυχία είτε μπορεί ενδεχομένως να προσβάλλουν τα συμφέροντα της αμερικανικής ηγεσίας στην περιοχή είτε και να πλήξουν περαιτέρω τις ήδη ευαίσθητες σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ.

Ωστόσο, οι εξελίξεις και η διαμόρφωση νέων περιφερειακών ισορροπιών θα αναγκάσουν την ΕΕ να αλλάξει στρατηγική και να αναπτύξει νέα εργαλεία πολιτικής διαχείρισης και σύσφιξης σχέσεων με τα κράτη της Λατινικής Αμερικής. 

Πρώτο και κύριο ζήτημα είναι η Κολομβία, η οποία με τη στήριξη των ΗΠΑ θα βρίσκεται όλο και εγγύτερα στην ένταξη στο ΝΑΤΟ, ως ένα «άνοιγμα» της συμμαχίας προς το δυτικό ημισφαίριο. Μια τέτοια εξέλιξη αναδιαμορφώνει τις πολιτικές ασφαλείας στη Λατινική Αμερική και αναπόφευκτα ενσωματώνει και την ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιφέρεια. 

Δεύτερο σημαντικό ζήτημα, η θωράκιση του κράτους δικαίου, η ανεξαρτησία των θεσμών και μείζονα ζητήματα πολιτικής και δικαστικής διαφθοράς, όπως αυτά αντανακλώνται για παράδειγμα στην περίπτωση της δίωξης του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Λούλα, στα αμέτρητα σκάνδαλα της κυβέρνησης Μάκρι στην Αργεντινή ή στη συνθέτη πολιτική κρίση στην Ονδούρα.

Τρίτο σημαντικό ζήτημα ο ρόλος του Μεξικού και της νέας ηγεσίας Ομπραδόρ τόσο απέναντι στην πολιτική Τραμπ όσο και ευρύτερα στην ανάπτυξη εμπορικής, οικονομικής και πολιτικής επιρροής σε όλη τη Λατινική Αμερική και στους περιφερειακούς οργανισμούς (NAFTA, OAS, Mercosur). Πολλές προοδευτικές κυβερνήσεις στην ΕΕ έχουν τονίσει τη σημασία σύσφιξης των σχέσεων ΕΕ-Μεξικού στο πλαίσιο των νέων ισορροπιών που διαμορφώνονται και των συζητήσεων που αναπτύσσονται για διεύρυνση των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών προς τη Λατινική Αμερική, με το Μεξικό να συγκεντρώνει σε αυτήν την περίπτωση πολλές πιθανότητες να αποτελέσει το νέο μέλος.

Η ΕΕ δεν μπορεί να συνεχίζει να παραμείνει εγκλωβισμένη σε αμιγώς περιφερειακά ζητήματα, ζητήματα δηλαδή που αφορούν τη γεωγραφική της περιφέρεια. Πρέπει να «ανοίξει το βήμα της» και σε περιοχές όπου μπορεί να ασκηθεί πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική με μακροπρόθεσμο όφελος για την ίδια την Ένωση. Μια τέτοια στρατηγική ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί κάτω από το στενό, νεοφιλελεύθερο πρίσμα συντηρητικών κυβερνήσεων. Απαιτείται ένα νέο όραμα για τις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ, μια νέα πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική, που μπορεί να προχωρήσει από κυβερνήσεις και θεσμούς που βρίσκονται σε προοδευτική κατεύθυνση.

* Αναδημοσίευση από τo 12o Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Διαβάστε επίσης