Οικονομία

Δύο «αγκάθια» για την Ελλάδα στο συμβούλιο της ΕΚΤ


Σε μια Αθήνα «ζωντανή και γεμάτη ενέργεια», όπως είπε χαρακτηριστικά η Κριστίν Λαγκάρντ, συνεδριάζει το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ το κλίμα μεταξύ των τραπεζιτών είναι θετικό, καθώς για τα επιτόκια αναμένεται να αποφασισθεί ομόφωνα ότι ήλθε η ώρα για παύση των αυξήσεων, ύστερα από δέκα διαδοχικές αυξήσεις, που έχουν οδηγήσει τα επιτόκια του ευρώ στα υψηλότερα επίπεδα της ιστορίας.

Παρ' όλα αυτά, στις συζητήσεις των Αθηνών θα υπάρξουν και δύο μεγάλα «αγκάθια», δύο θέματα για τα οποία όχι μόνο δεν υπάρχει ομοφωνία, αλλά αντίθετα διχάζουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Και τα δύο ενδιαφέρουν την ελληνική πλευρά έντονα, για αυτό και έχει τοποθετηθεί σχετικά με δημόσιες δηλώσεις του ο Γιάννης Στουρνάρας.

Πρόκειται για το μεγάλο ζήτημα της συρρίκνωσης του ισολογισμού της ΕΚΤ, μετά το μεγάλο «φούσκωμα» στην περίοδο της πανδημίας, αλλά και για τις προτάσεις που διατυπώνονται από τα «γεράκια» του συμβουλίου για αύξηση των υποχρεωτικών αποθεματικών των τραπεζών, που θα ισοδυναμούσε με μια «αφαίμαξη» της κερδοφορίας τους.

Αποφάσεις δεν αναμένεται να ληφθούν για αυτά τα θέματα στη συνεδρίαση της Αθήνας, όμως θα αρχίσουν να συζητούνται και να καταγράφονται οι αποκλίσεις θέσεων ανάμεσα στις επιμέρους κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος.

Για το θέμα της συρρίκνωσης του ισολογισμού, ο οποίος ξεπερνά τα 7 τρισ. ευρώ, υπάρχει η άποψη σε αυστηρές κεντρικές τράπεζες του Βορρά ότι θα πρέπει να επιταχυνθεί -ήδη η διαδικασία έχει αρχίσει, αφότου διακόπηκε το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της πανδημίας, PEPP. Οι πιο αυστηρές κεντρικές τράπεζες εκτιμούν ότι, για να περιοριστεί ακόμη περισσότερο η ρευστότητα στην ευρωζώνη και να επιταχυνθεί η μείωση του πληθωρισμού, θα πρέπει να σταματήσει νωρίτερα από το τέλος του 2024 η επανεπένδυση των εσόδων από τα ομόλογα που αγοράστηκαν με το PEPP.

Αυτό θα σήμαινε ότι ο τελευταίος ενεργός μηχανισμός υποστήριξης των ομολόγων ασθενέστερων οικονομιών, όπως η ιταλική και ελληνική, θα έπαυε να λειτουργεί και ενδεχομένως να άρχιζαν πάλι να ανοίγουν τα spread με τα γερμανικά ομόλογα. Ο Γιάννης Στουρνάρας έχει εκφραστεί με κατηγορηματικό τρόπο αρνητικά σε αυτές τις προτάσεις, σημειώνοντας ότι το PEPP αποτελεί την «πρώτη γραμμή άμυνας» της ΕΚΤ έναντι της απόκλισης του κόστους δανεισμού μεταξύ των μελών της ευρωζώνης.

«Σε αυτό το στάδιο, δεδομένων όλων όσων συμβαίνουν στον κόσμο, δεν είναι καλύτερα να διατηρήσουμε την ευελιξία μας»; αναρωτήθηκε. Εξέφρασε επίσης την ανησυχία του για το πρόσφατο ξεπούλημα στις αγορές ομολόγων που έχει ωθήσει σε άνοδο του κόστους δανεισμού για τις κυβερνήσεις. «Ανησυχώ όταν βλέπω χώρες με ελλείμματα άνω του 6 ή 7 τοις εκατό του ΑΕΠ - μου θυμίζει την ελληνική κρίση», τόνισε.

Σε ό,τι αφορά τις προτάσεις για μείωση των τόκων που πληρώνουν οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος στις εμπορικές τράπεζες, έχουν διατυπωθεί πολύ σκληρές προτάσεις από ορισμένους τραπεζίτες. Ο κεντρικός τραπεζίτης της Αυστρίας το... τερμάτισε, λέγοντας ότι το ποσοστό υποχρεωτικών αποθεματικών που τηρούνται στην ΕΚΤ χωρίς να πληρώνονται τόκοι (για τις καταθέσεις το επιτόκιο που παίρνουν οι τράπεζες είναι 4%) θα πρέπει να αυξηθεί από το 1% στο 10% -το ποσοστό υπολογίζεται επί του συνόλου των καταθέσεων με διάρκεια μέχρι ένα έτος.

Μέσα από αυτό τον μηχανισμό αύξησης των υποχρεωτικών αποθεματικών, τα κέρδη των τραπεζών θα δέχονταν ένα πλήγμα. Στο ακραίο σενάριο της αύξησης στο 10%, το Bloomberg έχει υπολογίσει ότι οι τράπεζες της ευρωζώνης θα έχαναν 66 δισ. ευρώ από τα κέρδη τους. Το θέμα αποτελεί πονοκέφαλο και για τις διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών, που προσπαθούν αυτή την περίοδο να αυξήσουν την κερδοφορία τους και επανέλθουν, ύστερα από 15 χρόνια «ξηρασίας» σε διανομές μερισμάτων.

Οι επικριτές αυτών των προτάσεων τονίζουν ότι, εάν εφαρμοσθούν, θα πλήξουν την αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής. Θα περάσει το μήνυμα στην αγορά ότι η ΕΚΤ μειώνει τους τόκους που πληρώνει στις εμπορικές τράπεζες όχι για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της νομισματικής πολιτικής, αλλά για να μειώσει τις ζημιές των τραπεζών του Ευρωσυστήματος, που είναι πολύ υψηλές αυτή την περίοδο, καθώς οι τράπεζες πληρώνουν υψηλούς τόκους και χάνουν από τα χαρτοφυλάκια των ομολόγων.

Την αντίθεσή του στην αύξηση των υποχρεωτικών αποθεματικών εξέφρασε ανοικτά ο Γ. Στουρνάρας, μιλώντας πρόσφατα στο Reuters. «Πιστεύω ότι πρέπει να ενεργούμε μόνο βάσει λόγων και αιτιολογήσεων νομισματικής πολιτικής», τόνισε. «Και προς το παρόν δεν βλέπω κανένα λόγο για τον οποίο θα πρέπει να σφίξουμε τη νομισματική πολιτική τώρα, διότι η αύξηση των ελάχιστων απαιτήσεων θα συνεπάγεται σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Δεν βλέπω κανένα λόγο γι' αυτό. Ωστόσο, υπάρχουν αποφάσεις που θα επηρεάσουν την οικονομία με χρονική υστέρηση, όπως γνωρίζετε, οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής δρουν με καθυστέρηση 18 μηνών ή δύο ετών στην πραγματική οικονομία, στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Έτσι, έχουμε έναν αγωγό σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής που έχει αποφασιστεί στο παρελθόν. Επομένως, δεν βλέπω πραγματικά κανένα λόγο για τον οποίο θα πρέπει να λάβουμε μια νέα απόφαση η οποία θα καταστήσει ακόμη πιο αυστηρή τη νομισματική πολιτική ενόψει μιας αδύναμης ευρωπαϊκής οικονομίας ειδικότερα».