Υγεία

Ο Κένεντι προσπαθεί να απεξαρτήσει τους Αμερικανούς από τα αντικαταθλιπτικά


Μια ευρείας κλίμακας αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής γύρω από τα αντικαταθλιπτικά και γενικότερα τα ψυχιατρικά φάρμακα επιχειρεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ, με τον υπουργό Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ να ανακοινώνει νέα μέτρα που στοχεύουν στον περιορισμό της εξάρτησης από φαρμακευτικές θεραπείες και στην ενίσχυση μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων.

Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρίσκονται τα SSRIs, η πιο διαδεδομένη κατηγορία αντικαταθλιπτικών, στην οποία ανήκουν φάρμακα όπως τα Zoloft, Lexapro, Paxil και Prozac.

Περίπου ένας στους έξι ενήλικες στις ΗΠΑ δηλώνει ότι λαμβάνει σήμερα κάποιο αντικαταθλιπτικό αυτής της κατηγορίας, μια εικόνα που, σύμφωνα με τον Κένεντι, αντανακλά μια ευρύτερη «υπερ-ιατρικοποίηση» της ψυχικής υγείας.

Οι αλλαγές που προωθούνται, δεν απαγορεύουν ή περιορίζουν άμεσα τη συνταγογράφηση. Αντίθετα, δημιουργούν μηχανισμούς που ενθαρρύνουν γιατρούς και ασθενείς να εξετάζουν πιο ενεργά τη σταδιακή διακοπή φαρμάκων όπου αυτό κρίνεται εφικτό.

Το αμερικανικό σύστημα Medicare και Medicaid θα αποζημιώνει πλέον τους γιατρούς για τον χρόνο που αφιερώνουν στη διαδικασία «αποσυνταγογράφησης», ενώ το υπουργείο Υγείας θα συγκροτήσει ειδική επιτροπή για τη δημιουργία νέων κατευθυντήριων οδηγιών σχετικά με τη σταδιακή διακοπή ψυχιατρικών φαρμάκων.

Παράλληλα, η ομοσπονδιακή υπηρεσία ψυχικής υγείας SAMHSA ετοιμάζει εκπαιδευτικά προγράμματα για επαγγελματίες υγείας, με έμφαση στους κινδύνους των ψυχιατρικών φαρμάκων και στις μεθόδους ασφαλούς μείωσης της δοσολογίας.

Ο Κένεντι προωθεί επίσης ένα μοντέλο αντιμετώπισης της ψυχικής υγείας που δίνει μεγαλύτερο βάρος στην ψυχοθεραπεία, τη διατροφή, τη φυσική άσκηση, τις κοινωνικές σχέσεις και συνολικά στις αλλαγές τρόπου ζωής.

Η δύσκολη συζήτηση

Η πρωτοβουλία επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση που τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο έντονη στον ιατρικό κόσμο: πόσο εύκολη -ή δύσκολη- είναι στην πραγματικότητα η διακοπή των αντικαταθλιπτικών.

Για δεκαετίες τα SSRIs θεωρούνταν ασφαλέστερη και πιο εύκολα διαχειρίσιμη λύση σε σχέση με παλαιότερες γενιές αντικαταθλιπτικών. Ωστόσο, πολλοί ασθενείς αναφέρουν έντονα συμπτώματα στέρησης όταν μειώνουν ή διακόπτουν τη θεραπεία.

Ανάμεσα στα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνονται τα λεγόμενα "brain zaps" (ηλεκτρικού τύπου αισθήσεις στο κεφάλι), αϋπνία, ναυτία, ανησυχία, συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη και ψυχολογική αποσταθεροποίηση.

Η επιστημονική κοινότητα παραμένει διχασμένη ως προς τη συχνότητα και τη σοβαρότητα αυτών των συμπτωμάτων. Ορισμένες μελέτες δείχνουν υψηλά ποσοστά δυσκολιών κατά τη διακοπή, ενώ νεότερες έρευνες υποστηρίζουν ότι οι σοβαρές περιπτώσεις είναι σημαντικά λιγότερες.

Αντιδράσεις από την ψυχιατρική κοινότητα

Οι ανακοινώσεις προκάλεσαν επιφυλακτικότητα σε μεγάλο μέρος του οργανωμένου ψυχιατρικού χώρου. Η American Psychiatric Association αμφισβήτησε τη γενικευμένη θέση περί «υπερσυνταγογράφησης», υπογραμμίζοντας ότι σε πολλές περιπτώσεις το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο: η έλλειψη πρόσβασης σε φαρμακευτική θεραπεία.

Παρόλα αυτά, εκπρόσωποι της Ένωσης αναγνώρισαν ότι η συζήτηση για ασφαλέστερη διακοπή των φαρμάκων και καλύτερη ενημέρωση των ασθενών είναι αναγκαία και δήλωσαν πρόθυμοι να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση των νέων οδηγιών.

Πίσω από τις τεχνικές αλλαγές υπάρχει μια πολιτισμική και πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η ψυχική υγεία στις σύγχρονες κοινωνίες.

Ο Κένεντι και οργανώσεις που στηρίζουν την ατζέντα του υποστηρίζουν ότι οι ψυχιατρικές παρεμβάσεις βασίστηκαν υπερβολικά στα φάρμακα, υποβαθμίζοντας κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και ψυχολογικούς παράγοντες.

Από την άλλη πλευρά, πολλοί ειδικοί προειδοποιούν ότι μια επιθετική αμφισβήτηση των αντικαταθλιπτικών μπορεί να οδηγήσει σε στιγματισμό της θεραπείας ή ακόμη και σε επικίνδυνες αποφάσεις διακοπής φαρμάκων χωρίς ιατρική παρακολούθηση.

Η ίδια η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει ισορροπίες, επιμένοντας ότι δεν καλεί τους ασθενείς να σταματήσουν τη θεραπεία τους, αλλά να έχουν περισσότερη πληροφόρηση και περισσότερες επιλογές.

Ωστόσο, η πρωτοβουλία σηματοδοτεί ήδη μια σημαντική μετατόπιση στη δημόσια συζήτηση στις ΗΠΑ, από την εποχή της ευρείας φαρμακευτικής αντιμετώπισης της ψυχικής υγείας, σε μια περίοδο αυξανόμενης αμφισβήτησης του μοντέλου πάνω στο οποίο αυτή οικοδομήθηκε.

Διαβαστε επισης