Τράπεζες

Στρώνουν τον δρόμο για deals με ξένες τράπεζες -Η προτροπή Στουρνάρα


Όλο και πιο κοντά έρχονται τα deal ελληνικών με ξένες τράπεζες, πρωτίστως ευρωπαϊκές, τα οποία ευνοούνται από τις εποπτικές αρχές των τραπεζών της ευρωζώνης. Μετά τον επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ, Αντρέα Ενρία, ο οποίος έχει κατ’ επανάληψη τονίσει τη σημασία των διασυνοριακών εξαγορών και συγχωνεύσεων, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας προέτρεψε τις τραπεζικές διοικήσεις να κινηθούν σε αυτή την κατεύθυνση.

Ο κ. Στουρνάρας (σε συνέντευξη στη «Ναυτεμπορική») υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει έδαφος για περαιτέρω συγκέντρωση στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, μέσα από deal μεταξύ των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Όπως είπε,

  • «Οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες κατέχουν περίπου το 95% της εγχώριας αγοράς σε σχέση με το συνολικό ενεργητικό, μετά την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος που πραγματοποιήθηκε την περασμένη δεκαετία ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το ποσοστό συγκέντρωσης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι σήμερα από τα υψηλότερα στην Ε.Ε. Οι τράπεζες έχουν ήδη επιτύχει σημαντικές συνέργειες κόστους που απορρέουν από τις εξαγορές και συγχωνεύσεις.
  • Προτεραιότητες πλέον είναι η περαιτέρω εξυγίανση και ενίσχυση του ισολογισμού τους μέσω της συνεχιζόμενης μείωσης των ΜΕΔ, η βελτίωση της διάρθρωσης των εποπτικών κεφαλαίων τους μέσω της μείωσης του ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης στα ίδια κεφάλαιά τους, η περαιτέρω πιστωτική επέκταση ώστε να συμβάλλουν περισσότερο στη χρηματοδότηση της οικονομίας, και η ανταπόκρισή τους στις προκλήσεις της σύγχρονης τεχνολογίας και της μετάβασης στην πράσινη οικονομία. Δεν βρίσκω λόγο -τουλάχιστον σε αυτή τη χρονική συγκυρία- για περαιτέρω συγκέντρωση των ελληνικών συστημικών τραπεζικών ιδρυμάτων».

Ταυτόχρονα, όμως, ο διοικητής της ΤτΕ έδειξε προς εξωστρεφείς κατευθύνσεις για τα επόμενα τραπεζικά deal. Όπως τόνισε, «αυτό το οποίο θα ήταν εύλογο είναι η συμμετοχή των συστημικών τραπεζών σε διασυνοριακές κινήσεις συγκέντρωσης. Κάτι τέτοιο βεβαίως αφορά όλες τις τράπεζες της Ευρωζώνης και όχι μόνο τις ελληνικές».

Δεν περιμένουν πια τον Γκοντό...

Η έμφαση που δίνεται πλέον από τους επόπτες στις διασυνοριακές εξαγορές και συγχωνεύσεις, οδηγώντας και τον κ. Στουρνάρα να προτρέψει και τις ελληνικές τραπεζικές διοικήσεις να κινηθούν σε αυτή την κατεύθυνση, σχετίζεται με την ανάγκη να βελτιωθεί η κερδοφορία, που παραμένει χαμηλή και θα συνεχίσει να πιέζεται από τη διατήρηση των μηδενικών ή αρνητικών επιτοκίων για μεγάλη χρονική περίοδο.

Όπως δήλωσε ο επικεφαλής του SSM, Αντρέα Ενρία, την περασμένη εβδομάδα, η πανδημία ενίσχυσε τη συνειδητοποίηση εκ μέρους του τραπεζικού τομέα ότι το περιβάλλον των επιτοκίων θα παραμείνει δύσκολο για μεγαλύτερη περίοδο. Όπως είπε χαρακτηριστικά, οι τράπεζες μέχρι το ξέσπασμα της πανδημίας περίμεναν τον Γκοντό των αυξημένων επιτοκίων για να βελτιωθεί η κερδοφορία τους, αλλά τώρα αρχίζουν να παίρνουν μέτρα για την ενίσχυσή της.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο Ενρία, η κινητικότητα στις συγχωνεύσεις βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008. Παράλληλα, οι τράπεζες κλείνουν καταστήματα, μειώνουν το προσωπικό και προχωρούν στην ψηφιοποίηση των εργασιών τους με νέους τρόπους. Όπως φαίνεται στο γράφημα του SSM, η αξία των διασυνοριακών deal ξεπέρασε το 2020 τα 300 δισ. ευρώ, ενώ και ο αριθμός τους ήταν διψήφιος και σημαντικά αυξημένος σε σχέση με το 2019.

Αξία και αριθμός διασυνοριακών συγχωνεύσεων τραπεζών

Ο Α. Ενρία έχει υπογραμμίσει τις νέες δυνατότητες που δίνει η κοινοτική οδηγία για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις, που επιτρέπει στους τραπεζικούς ομίλους να μετατρέπουν τους οργανισμούς που ελέγχουν εκτός της έδρας τους σε τραπεζικά καταστήματα και όχι σε θυγατρικές εταιρείες, ώστε να έχουν χαμηλότερα κόστη και πιο αποτελεσματική ελληνική διακυβέρνηση.

Επιπλέον, η νέα οδηγία που εξέδωσε στις αρχές του έτους η ΕΚΤ για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις λύνει ένα μεγάλο πρόβλημα που υπήρχε: δεδομένου ότι κατά κανόνα οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν χρηματιστηριακή αξία χαμηλότερη της λογιστικής (κάτι που συμβαίνει και με τις ελληνικές τράπεζες), σε μια εξαγορά υπήρχε το ζήτημα της εγγραφής αρνητικής υπεραξίας, που θα επιβάρυνε την κεφαλαιακή θέση. Πλέον, η ΕΚΤ επιτρέπει αυτή η αρνητική υπεραξία να εγγράφεται ως θετική υπεραξία στον ισολογισμό της νέας οντότητας που δημιουργείται από τη συγχώνευση, δίνοντας ένα ισχυρό κίνητρο για deal. Δεν επιτρέπεται, βέβαια, αυτό το λογιστικό «δώρο» να αξιοποιείται για διανομές μερισμάτων.

Πάντως, ένα σοβαρό εμπόδιο που εξακολουθεί να προβάλλεται σε προσπάθειες διασυνοριακών συγχωνεύσεων είναι ότι στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης οι εθνικές αρχές περιχαράκωσαν τα τραπεζικά τους συστήματα, για να τα προστατεύσουν από αιφνίδιες εκροές κεφαλαίων, ενώ, παράλληλα, αρνητικά λειτουργεί η αποτυχία των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, το καλοκαίρι, να καταλήξουν σε μια συμφωνία για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης στην ευρωζώνη.

Οι ελληνικές τράπεζες επιστρέφουν στα ραντάρ ξένων ομίλων

Στη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, οι ξένες τράπεζες που είχαν παρουσία στην ελληνική αγορά αποχώρησαν, έχοντας εγγράψει μεγάλες ζημιές. Μέχρι και σήμερα, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας παραμένει έξω από τα ραντάρ των ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων.

Όμως, φαίνεται ότι υπάρχει άμεση προοπτική αυτό να αλλάξει, καθώς η Ελλάδα αρχίζει να ξεφεύγει από τη ζώνη των οικονομιών υψηλού κινδύνου και να διαγράφονται προοπτικές αποκατάστασης της κερδοφορίας των τραπεζών. Όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, οι ξένες τράπεζες θα αρχίσουν και πάλι να εξετάζουν deal στην Ελλάδα όταν η χώρα επανέλθει στην επενδυτική βαθμίδα των οίκων αξιολόγησης και οι τράπεζες αποδείξουν ότι φθάνουν στο τέλος της δύσκολης προσπάθειας εξυγίανσης των ισολογισμών.

Αυτές οι δύο παράμετροι, σε συνδυασμό με τη βελτίωση των ρυθμών ανάπτυξης, με τη συνδρομή και του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέες προοπτικές και για την κερδοφορία των τραπεζών, με τις διοικήσεις να τοποθετούν χρονικά την επιστροφή στις διανομές μερισμάτων από το 2023 – 2024 και μετά. Σε αυτό το πλαίσιο, τα deal με ελληνικές τράπεζες θα αρχίσουν να γίνονται πιο ελκυστικά για τις ευρωπαϊκές, ιδιαίτερα στο βαθμό που οι διοικήσεις των ξένων τραπεζών θα κρίνουν ότι μπορεί να ανεβεί η απόδοση ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών στο  μέσο επίπεδο της ευρωζώνης ή και υψηλότερα.