Τράπεζες

Δανειολήπτες ελβετικού: Δικαιώνονται στην... Πολωνία, όχι στην Ελλάδα


Αποζημιώσεις από τις πολωνικές τράπεζες μπορούν πλέον να αξιώσουν περίπου 130.000 Πολωνοί δανειολήπτες, τους οποίους δικαίωσε με απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Όμως, η απόφαση αυτή δεν βελτιώνει τη θέση των περίπου 70.000 «καμμένων» Ελλήνων δανειοληπτών ελβετικού φράγκου, καθώς η ελληνική Δικαιοσύνη έχει αμετάκλητα αποφασίσει υπέρ των τραπεζών και οι σχετικές δανειακές συμβάσεις παραμένουν σε ισχύ.

Στην Πολωνία, την ευρωπαϊκή χώρα που είχε το σημαντικότερο σε έκταση πρόβλημα με τα δάνεια ελβετικού φράγκου, τα δικαστήρια ακολούθησαν εντελώς διαφορετική πορεία από τα αντίστοιχα ελληνικά. Η νομολογία που διαμόρφωσαν ήταν σαφώς υπέρ των δανειοληπτών, καθώς ακυρώθηκαν ως καταχρηστικές οι δανειακές συμβάσεις ελβετικού φράγκου και το μοναδικό ερώτημα που έμενε έως τώρα αναπάντητο, αλλά πλέον απαντήθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ήταν αν οι δανειολήπτες, μετά τη δικαστική ακύρωση των συμβάσεων, θα είχαν και το δικαίωμα να διεκδικήσουν αποζημίωση για τα υπέρογκα ποσά που έχουν πληρώσει. Σημειώνεται ότι, ήδη, με τη δικαστική ακύρωση των συμβάσεων, οι πολωνικές τράπεζες επιστρέφουν στους δανειολήπτες τα υπερβολικά ποσά που είχαν πληρώσει, ενώ οι δανειολήπτες θέλουν να λάβουν και πρόσθετες αποζημιώσεις.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, ύστερα από αρκετά χρόνια αντιφατικών αποφάσεων από τα δικαστήρια, η υπόθεση κατέληξε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι η βασική ρήτρα των συμβάσεων δανείων ελβετικού φράγκου, που προβλέπει την εξόφληση του δανείου με βάση την εκάστοτε συναλλαγματική ισοτιμία με το ευρώ, είναι δηλωτική. Δηλαδή, απηχεί σχετική διάταξη του Αστικού Κώδικα, που ορίζει ότι «όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής».

Ως εκ τούτου, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν μπορεί να ελεγχθεί από δικαστήρια πιθανή καταχρηστικότητα των συμβάσεων, σύμφωνα με το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο για την προστασία των καταναλωτών, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις να γίνουν... αλεξίσφαιρες. Μάλιστα, το θέμα εξέτασε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την οποία δέχθηκε την ορθότητα της απόφασης του Αρείου Πάγου.

Έτσι, όπως αναφέρουν νομικοί, η μοναδική οδός για τη δικαίωση των δανειοληπτών ελβετικού φράγκου είναι η πολιτική οδός. Μόνο με ένα νόμο θα μπορούσε να περιορισθεί η επιβάρυνσή τους από τη μεγάλη άνοδο του ελβετικού φράγκου. Τέτοιες προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί ως τώρα: το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε στη Βουλή σχετική ρύθμιση, που έθετε όριο επιβάρυνσης των δανειοληπτών από τη μεταβολή της ισοτιμίας και όριζε ότι, πέραν αυτού του ορίου, το 1/3 της επιβάρυνσης θα πήγαινε στον δανειολήπτη και τα 2/3 στην τράπεζα. Η ρύθμιση αυτή δεν εγκρίθηκε από τη Βουλή.

Πώς θα πάνε... ταμείο για αποζημίωση οι Πολωνοί

Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο συζητήθηκε αν, σε σε περίπτωση ακυρώσεως σύμβασης ενυπόθηκου δανείου η οποία περιέχει καταχρηστικές ρήτρες, το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει την καταβολή αποζημίωσης από την τράπεζα, εκτός από την επιστροφή των υπερβολικών ποσών που πλήρωσαν οι δανειολήπτες για τις δόσεις τους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν απαγορεύεται από το δίκαιο της ΕΕ και μάλιστα απέρριψε το επιχείρημα των τραπεζών ότι δεν θα πρέπει να αποζημιώσουν τους δανειολήπτες για να μην διαταραχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Στην υπόθεση που εξετάσθηκε, το 2008 ένας καταναλωτής και η σύζυγός του συνήψαν σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με την Bank M. Το δάνειο ήταν συνδεδεμένο με το ελβετικό φράγκο (CHF) και οι μηνιαίες δόσεις ήταν καταβλητέες σε πολωνικά ζλότι (PLN) κατόπιν μετατροπής βάσει της τιμής πώλησης του ελβετικού φράγκου σύμφωνα με τον πίνακα συναλλαγματικών ισοτιμιών της Bank M. κατά την ημερομηνία καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης.

Εκτιμώντας ότι οι ρήτρες μετατροπής που καθορίζουν τη συναλλαγματική ισοτιμία είναι καταχρηστικές και ότι η σύμβαση αυτή η οποία τις περιέχει καθίσταται άκυρη στο σύνολό της, ο καταναλωτής άσκησε αγωγή κατά της Bank M. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Βαρσοβίας. Ζητεί την καταβολή χρηματικού ποσού το οποίο αντιστοιχεί στο ήμισυ του κέρδους που αποκόμισε η Bank M., κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου, χρησιμοποιώντας τα ποσά των μηνιαίων δόσεων του δανείου που είχαν καταβληθεί σε εκτέλεση της σύμβασης.

Ο καταναλωτής ισχυρίζεται ότι η Bank M. εισέπραξε τα ποσά αυτά χωρίς νόμιμη αιτία.

Το πολωνικό δικαστήριο ερώτησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αν η οδηγία που αφορά τις καταχρηστικές ρήτρες, καθώς και οι αρχές της αποτελεσματικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας παρέχουν στους συμβαλλομένους, στην περίπτωση σύμβασης ενυπόθηκου δανείου που ακυρώνεται διότι δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες, το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση επιπλέον της επιστροφής των ποσών που έχουν καταβληθεί βάσει της συμβάσεως αυτής και της καταβολής νόμιμων τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία όχλησης.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η οδηγία 93/13 δεν ρυθμίζει ρητώς τις συνέπειες της ακυρότητας συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή μετά την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τις εν λόγω συνέπειες, υπό την επιφύλαξη ότι οι κανόνες που θεσπίζουν είναι συμβατοί με το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η συμβατότητα αυτή εξαρτάται από το ζήτημα αν οι εθνικοί κανόνες, αφενός, καθιστούν δυνατή την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης στην οποία θα τελούσε ο καταναλωτής αν δεν είχε συναφθεί η σύμβαση που κρίθηκε άκυρη και, αφετέρου, δεν διακυβεύουν το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία.

Κατά το Δικαστήριο, η δυνατότητα του καταναλωτή να προβάλει έναντι της τράπεζας αξιώσεις επιπλέον της επιστροφής των ποσών των μηνιαίων δόσεων που κατέβαλε δεν φαίνεται να διακυβεύει τους ανωτέρω σκοπούς.

Ειδικότερα, μια τέτοια δυνατότητα μπορεί να συμβάλει στο να αποφεύγουν οι επαγγελματίες να περιλαμβάνουν καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτουν με τους καταναλωτές, στο μέτρο που, αν συμπεριληφθούν σε μια σύμβαση τέτοιες ρήτρες οι οποίες συνεπάγονται την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, είναι δυνατόν να υπάρξουν οικονομικές συνέπειες επιπλέον της επιστροφής των ποσών που κατέβαλε ο καταναλωτής και, ενδεχομένως, της καταβολής τόκων υπερημερίας. Ωστόσο, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης, αν η ικανοποίηση των εν λόγω απαιτήσεων του καταναλωτή συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας.

Επιπροσθέτως, η οδηγία αντιτίθεται στο να παρέχεται η δυνατότητα στην τράπεζα να ζητήσει από τον καταναλωτή αποζημίωση επιπλέον της επιστροφής του χορηγηθέντος κεφαλαίου και της καταβολής νόμιμων τόκων υπερημερίας. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η παροχή ενός τέτοιου δικαιώματος θα συνέβαλλε στην εξάλειψη του αποτρεπτικού αποτελέσματος για τους επαγγελματίες. Εξάλλου, η αποτελεσματικότητα της προστασίας που παρέχει στους καταναλωτές η οδηγία θα διακυβευόταν αν αυτοί, όταν επικαλούνται τα δικαιώματα που αντλούν από την οδηγία, ήταν εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να υποχρεωθούν να καταβάλουν τέτοια αποζημίωση. Η ερμηνεία αυτή θα ενείχε τον κίνδυνο δημιουργίας καταστάσεων στις οποίες θα ήταν περισσότερο συμφέρουσα για τον καταναλωτή η συνέχιση της εκτέλεσης της σύμβασης που περιέχει καταχρηστική ρήτρα παρά η άσκηση των δικαιωμάτων που αντλούν οι καταναλωτές από την οδηγία.

Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, εν προκειμένω, η ενδεχόμενη ακύρωση της σύμβασης ενυπόθηκου δανείου αποτελεί συνέπεια της χρήσης καταχρηστικών ρητρών από την Bank M. Επομένως, δεν μπορεί να επιτραπεί να αντλεί η τράπεζα οικονομικά οφέλη από την παράνομη συμπεριφορά της ούτε να αποζημιώνεται αυτή για τις δυσμενείς συνέπειες που προκάλεσε η εν λόγω συμπεριφορά.

Το Δικαστήριο εκτιμά επίσης ότι το επιχείρημα που αφορά τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της ερμηνείας της οδηγίας, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των καταναλωτών. Περαιτέρω, οι επαγγελματίες δεν μπορούν να καταστρατηγούν τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία για λόγους διαφύλαξης της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών. Πράγματι, τα τραπεζικά ιδρύματα οφείλουν να οργανώνουν τις δραστηριότητές τους κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία.