Με Άποψη

Αυστριακή στροφή με ευρωπαϊκές παρενέργειες


Ο πειρασμός της αποδραματοποίησης ή –στην καλύτερη περίπτωση– της υποτίμησης του μετεκλογικού τοπίου στην Αυστρία είναι μεγάλος: Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας θα κληθεί να συμμετάσχει σε κυβερνητικό συνασπισμό. Και επιπλέον, είναι η πολλοστή φορά που μια δεξιά πολιτική παράταξη σε χώρα-μέλος της ΕΕ ανακόπτει την περαιτέρω διόγκωση της Άκρας Δεξιάς με την υιοθέτηση της ακροδεξιάς συνθηματολογίας και ρητορικής.

Είναι όμως η πρώτη φορά που η ενδυνάμωση της Ακροδεξιάς στην Αυστρία συμπίπτει χρονικά με την καταγραφή μιας παρόμοιας δυναμικής στο σύνολο της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Επίσης, το αποτέλεσμα των εκλογών στην Αυστρία καταγράφεται λίγες εβδομάδες μετά τις εκλογές στην Γερμανία, όπου η ακροδεξιά Εναλλακτική έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας.

Η Αυστρία είναι μια γερμανόφωνη χώρα που είναι φυσικό να επηρεάζει τις εξελίξεις στην Γερμανία πολύ περισσότερο από ό,τι κάποια άλλη χώρα της Ευρώπης. Επιπλέον, χώρες όπως η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Κροατία, αλλά και μέρος της σημερινής Πολωνίας και Ρουμανίας, ανήκαν για αιώνες στην Αυστριακή –και στη συνέχεια, μετά το 1867, στην Αυστροουγγρική– Αυτοκρατορία.

Η σκλήρυνση της Δεξιάς του Λαϊκού Κόμματος στην Αυστρία, κυρίως σε ό,τι αφορά το προσφυγικό-μεταναστευτικό, και η πολύ πιθανή –έως βέβαιη– συνεργασία με το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας καταγράφεται τη στιγμή που η Εναλλακτική για τη Γερμανία, με ποσοστό 13% και 85 έδρες στην Ομοσπονδιακή Βουλή και με παρουσία σε 14 από τα 16 τοπικά κοινοβούλια, κάνει τα πρώτα της βήματα σε πανεθνικό επίπεδο.

Είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι η προσπάθεια πολιτικής απομόνωσης της Εναλλακτικής και της ρατσιστικής-ξενόφοβης ατζέντας της καθίσταται πολύ πιο δύσκολη –αν δεν βραχυκυκλώνεται– από την παρουσία του Κόμματος της Ελευθερίας ως ήσσονος εταίρου στην επόμενη κυβέρνηση της Αυστρίας: Γιατί αυτό που θεωρείται αποδεκτό στην ευρωπαϊκή και γερμανόφωνη Αυστρία θα είναι απαράδεκτο για τη Γερμανία;  Ήδη η βαυαρική Δεξιά, οι Χριστιανοκοινωνιστές του Χ. Ζεεχόφερ, που υπέστη και πολύ πιο σοβαρές απώλειες προς όφελος της Εναλλακτικής σε σχέση με τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση της Μέρκελ στην υπόλοιπη Γερμανία, έχουν καταστήσει σαφές στο Βερολίνο ότι θα προτιμούσαν μια συνολική στροφή της ρητορικής των δύο συνιστωσών της Κεντροδεξιάς (CDU-CSU) προς τα δεξιά.

Σε ό,τι αφορά την κεντρική και ανατολική Ευρώπη, δεν υπάρχει πλέον κανένα περιθώριο επιρροής που θα μπορούσε να ασκήσει η Βιέννη στην κατεύθυνση σύγκλισης των χωρών αυτών με το δυτικοευρωπαϊκό δημοκρατικό πολιτικό μοντέλο.

Αν υπάρχει κάποια γραμμή πλεύσης στην ευρύτερη περιοχή που να λειτουργεί σαν μοντέλο, δεν είναι άλλη από αυτήν της Ουγγαρίας του Όρμπαν. Άλλωστε, το φθινόπωρο του 2015, στην κορύφωση των προσφυγικών ροών προς τη Γερμανία, το χορό του κλεισίματος των συνόρων τον εγκαινίασε η «τετράδα του Βίζεγκραντ» (Τσεχία, Πολωνία, Σλοβακία και Ουγγαρία) και τον συνέχισε ως υπεργολάβος ο σοσιαλδημοκράτης τότε Καγκελάριος της Αυστρίας Β. Φάιμαν, ο οποίος συγκάλεσε σύσκεψη κορυφής χωρών των Βαλκανίων για να τους πιέσει να κλείσουν τα σύνορα.

Το συμπέρασμα είναι αυτονόητο: Οι πολιτικές εξελίξεις στην Αυστρία διευκολύνουν την αντιμετώπιση των κυβερνήσεων στην Ουγγαρία, την Πολωνία και την Τσεχία, μάλλον στο πλαίσιο μιας κανονικότητας χωρίς αρχές, και δυσχεραίνουν την αποτελεσματικότητα της όποιας πίεσης θα επιλέξουν να ασκήσουν τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε.

Ιστορική αναδρομή

Για να ερμηνευθεί η «αυστριακή εξαίρεση», που, όπως είδαμε, κινδυνεύει να γίνει «μοντέλο»  για τη Γερμανία, απαιτείται μια ιστορική αναδρομή σε ένα κράτος που δημιουργήθηκε παρά τη θέλησή του το 1918, την επόμενη μέρα της κατάρρευσης της Αυστροουγγαρίας. Η «γερμανική Αυστρία», όπως αυτοπροσδιορίσθηκε τότε, δεν επιθυμούσε τίποτε άλλο παρά την ενσωμάτωσή της στη Γερμανία.

Χώρα όπου η Σοσιαλδημοκρατία, τόσο ως μοντέλο κυβερνητικής διαχείρισης όσο και ως σχολή ερμηνείας του μαρξισμού, γνώρισε ημέρες δόξας, η Αυστρία ήταν ταυτόχρονα το λίκνο του παγγερμανισμού και του αντισημιτισμού πολύ πριν τα ρεύματα αυτά διαδοθούν στη Γερμανία.

Η ιδιομορφία της ύπαρξης, στη μεταπολεμική περίοδο, μιας σκληρής Ακροδεξιάς και η ανοχή που επέδειξαν απέναντί της τόσο η Δεξιά, το Λαϊκό Κόμμα δηλαδή, όσο και οι σοσιαλδημοκράτες, οφείλεται στη διαφορετική σε σχέση με τη Γερμανία αντιμετώπιση της Αυστρίας από τους νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Βρετανία και Γαλλία).

Οι «τέσσερις μεγάλοι» ανακήρυξαν το 1945 την Αυστρία ως το πρώτο θύμα του επεκτατισμού του Χίτλερ. Έτσι, δεν έγινε κάθαρση της πολιτικής ηγεσίας, που στη συντριπτική της πλειοψηφία είχε χειροκροτήσει την ενσωμάτωση της Αυστρίας από τον Χίτλερ τον Μάρτιο του 1938. Ο πρώτος μεταπολεμικός Καγκελάριος, ο σοσιαλδημοκράτης Καρλ Ρένερ, είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση.

Στη συνέχεια, ο τερματισμός της διασυμμαχικής κατοχής το 1955 και η ανακήρυξη της Αυστρίας ως ουδέτερης χώρας σταθεροποίησαν την άτυπη συνολική αμνηστία και ανοχή στην εθνικιστική και ρατσιστική ιδεολογία και πολιτική συμπεριφορά, δείγματα γραφής της οποίας δεν υπήρχαν μόνο στην Ακροδεξιά.

Για όσους γνωρίζουν τα παραπάνω, η Αυστρία δεν προκαλεί την έκπληξη και την αμηχανία που κυριαρχεί όταν είτε βγαίνουν στο φως πτυχές του σκοτεινού της παρελθόντος είτε η Ακροδεξιά, δηλαδή το Κόμμα της Ελευθερίας, αντιμετωπίζεται ως αποδεκτός κυβερνητικός εταίρος.

Η περίπτωση του Αυστριακού Κουρτ Βαλντχάιμ, που διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ το διάστημα 1971-1981, είναι χαρακτηριστική, καθώς το σκοτεινό παρελθόν του στην περίοδο της ναζιστικής κατοχής στη Θεσσαλονίκη είδε το φως της δημοσιότητας μόλις το 1986, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας για την προεδρική εκλογή.

Το 2000, όταν ο Καγκελάριος Β. Σούσελ, επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος, ανέδειξε τον Γ. Χάιντερ και το Κόμμα της Ελευθερίας σε κυβερνητικό εταίρο, ο τότε Πρόεδρος της Γαλλίας Ζακ Σιράκ κατάφερε να πείσει τους 14 εταίρους του στην ΕΕ να υιοθετήσουν μια άτυπη, αλλά βαρύνουσα πολιτικά, πολιτική καραντίνα απέναντι στην Αυστρία, με προφανή στόχο την ανάσχεση της ανόδου του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν.

Σήμερα, πέρα από κάποια μισόλογα στις Βρυξέλλες, ο Σεμπάστιαν Κουρτς, ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος και επόμενος Καγκελάριος, δεν πρόκειται να έχει πρόβλημα ευρωπαϊκής πίεσης στην υλοποίηση της ανάδειξης της Ακροδεξιάς ως κυβερνητικού εταίρου.

Το 1955, όταν τερματίσθηκε η διασυμμαχική κατοχή και όλοι πανηγύριζαν για τη δημιουργία μιας ουδέτερης, ανάμεσα στα δύο μπλοκ, δημοκρατικής Αυστρίας, ο γνωστός Βρετανός ιστορικός Α. Τζ. Π. Τέιλορ δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο Η αυστριακή ψευδαίσθηση. Μια ψευδαίσθηση ισχυρή, αν καταμετρήσουμε την έκπληξη που προκάλεσε εκτός Αυστρίας η ντε φάκτο αποδεκτή κανονικότητα της παρουσίας της Ακροδεξιάς του Κόμματος της Ελευθερίας στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Το 2000 η Αυστρία μπήκε σε –πρόσκαιρη έστω– καραντίνα για την αναβάθμιση της Ακροδεξιάς σε κυβερνητικό εταίρο. Σήμερα είναι έτοιμη να επαναλάβει την ίδια επιλογή και όχι μόνο δεν κινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις αλλά αναδεικνύεται και σε παράγοντα διευκόλυνσης της αποδοχής της Ακροδεξιάς στην πολιτική σκηνή της Γερμανίας και της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης ως νέας κανονικότητας.

 * Το ΕΝΑ είναι ένα ανεξάρτητο, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ερευνητικό κέντρο. Αποτελεί ένα βήμα ελεύθερου διαλόγου και ένα χώρο δημιουργίας και διάδοσης εναλλακτικών ιδεών με τελικό στόχο το μετασχηματισμό τους σε εφαρμόσιμες θεωρίες και πολιτικές τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.