Χρηστικά

Αυστηρή, ακριβή και πιεστική η νέα πάγια ρύθμιση


Αυστηρότερη, ακριβότερη και πιο πιεστική από τη ρύθμιση των 120 δόσεων είναι η νέα πάγια ρύθμιση των χρεών προς την εφορία, μέχρι 24 και 48 δόσεις, η οποία θα ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 2020.

Όσοι ενταχθούν σε αυτή, θα έχουν υψηλό επιτόκιο, δεν θα προστατεύονται από κατασχέσεις, δεν θα αποδεσμεύονται οι λογαριασμοί τους και δεν θα λαμβάνουν φορολογική ενημερότητα.

Η νέα πάγια ρύθμιση θα αφορά οφειλές που γεννώνται από την 1-1-2020 και μετά, ενώ οι υφιστάμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές, μπορούν να ενταχθούν μόνο στην ισχύουσα πάγια ρύθμιση των 12 δόσεων. Εξαίρεση αποτελούν οι οφειλές που έχουν ενταχθεί σε κάποια ρύθμιση, πχ. των 12, 24 ή των 120 δόσεων την οποία απώλεσαν.

Σύμφωνα με το φορολογικό νομοσχέδιο, καθιερώνεται νέα πάγια ρύθμιση των χρεών προς την εφορία με μέγιστο αριθμό δόσεων τις 24 για τα τακτικά χρέη και έως 48 για τα έκτακτα χρέη (φόρος κληρονομιών, πρόστιμα κ.λπ.), από 12 και 24 αντίστοιχα, που ισχύουν σήμερα.
Ο μέγιστος αριθμός των δόσεων ορίζεται με βάση εισοδηματικά κριτήρια, που σημαίνει ότι ο μέγιστος αριθμός των δόσεων, θα παρέχεται σε χαμηλά εισοδήματα, ενώ όσοι επιλέγουν περισσότερες δόσεις, πάνω από τις 12 ή τις 24, θα επιβαρύνονται με αυξημένο επιτόκιο.

Αναλυτικότερα, τα «ψιλά γράμματα» της νέας ρύθμισης είναι τα ακόλουθα:

1. Το επιτόκιο θα προσαυξάνεται για όσους επιλέγουν δόσεις, περισσότερες των 12 ή των 24 αντίστοιχα. Ειδικότερα, ενώ το βασικό επιτόκιο θα είναι 5% όταν οι οφειλές ρυθμίζονται μέχρι και 12 ή μέχρι 24 δόσεις, αλλά όταν επιλεγούν από 13 δόσεις και άνω τότε το επιτόκιο προσαυξάνεται κατά 1,5 μονάδα και διαμορφώνεται στο 6,5%. 
2. Ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται με βάση το εισόδημα, που σημαίνει, ότι, όσο υψηλότερο είναι το εισόδημα, τόσο λιγότερες είναι οι δόσεις. Για τα οφειλέτες φυσικά πρόσωπα, ο αριθμός των δόσεων θα υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο του συνολικού εισοδήματός τους (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) κατά τα τελευταία τρία φορολογικά έτη πριν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση για τα οποία έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, ή το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, για το οποίο έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο, και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής ως εξής: Το συνολικό εισόδημα πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, ανάλογα με το εισόδημα  ως εξής:

  • από 0,01 ευρώ έως 15.000 ευρώ με συντελεστή 4%,
  • από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 ευρώ με συντελεστή 6%,
  • από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 ευρώ με συντελεστή 8%
  • από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ με συντελεστή 10%
  • από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 ευρώ με συντελεστή 12%,
  • από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ με συντελεστή 15%,
  • από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ με συντελεστή 20%,
  • πάνω από 100.000 ευρώ με συντελεστή 25%.

Ο συντελεστής μειώνεται ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων του οφειλέτη, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν. 4172/2013 (Α΄167), κατά μία εκατοστιαία μονάδα για ένα τέκνο, κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες για δύο τέκνα και κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες για τρία τέκνα και άνω.
3. Η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν θα αναστέλλει τυχόν δεσμεύσεις και κατασχέσεις που έχουν ήδη επιβληθεί σε απαιτήσεις του οφειλέτη εις χείρας τρίτων, αλλά τα ποσά που θα προκύπτουν από τα αναγκαστικά αυτά μέτρα είσπραξης θα μειώνουν ισόποσα τα υπόλοιπα των ρυθμιζόμενων οφειλών. Δηλαδή οι οφειλέτες εναντίον των οποίων έχουν ήδη ξεκινήσει δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών και κατασχέσεις στα υπόλοιπα των καταθέσεών τους ή κατασχέσεις σε μισθούς, συντάξεις, ενοίκια, επιδόματα, επιδοτήσεις κ.λπ. δεν θα απαλλάσσονται από τα μέτρα με την υπαγωγή τους στη νέα πάγια ρύθμιση. 
4. Η Εφορία διατηρεί το δικαίωμα και μετά την υπαγωγή ενός οφειλέτη στη νέα πάγια ρύθμιση να μη του χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ' αυτού, εφόσον αυτός δεν έχει μεριμνήσει ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντά του Δημοσίου.
5. Η Εφορία θα μπορεί, μετά την υπαγωγή του οφειλέτη στη νέα πάγια ρύθμιση, να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία τόσο του ίδιου, όσο και  των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η ρυθμιζόμενη οφειλή του δεν είναι ασφαλισμένη.
6. Ακόμη κι αν ο οφειλέτης έχει βάλει ήδη υποθήκη ένα ή περισσότερα από τα ακίνητά του με σκοπό να λάβει αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας όχι για να πωλήσει ακίνητο αλλά για να εισπράξει χρήματα από φορείς του Δημοσίου, η Εφορία θα μπορεί να του παρακρατά ένα σημαντικό ποσοστό από τα χρήματα που δικαιούται, για να μειώσει ή να εξαλείψει πλήρως το υπόλοιπο της οφειλής που θα έχει εντάξει στη νέα πάγια ρύθμιση. Σε κάθε περίπτωση, η Φορολογική Διοίκηση θα μπορεί να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη από το Δημόσιο με τα οφειλόμενα από αυτόν ποσά των μηνιαίων δόσεων της νέας πάγιας ρύθμισης.
7. Προκειμένου να καθοριστούν ο αριθμός και τα ποσά των μηνιαίων δόσεων, θα λαμβάνεται υπόψη το συνολικό πραγματικό δηλωθέν εισόδημά του. Για τον προσδιορισμό του εισοδήματος αυτού θα συνυπολογίζονται όλα ανεξαιρέτως τα επιμέρους πραγματικά εισοδήματα που συμπεριέλαβε ο οφειλέτης στην τελευταία υποβληθείσα φορολογική δήλωση. Ουσιαστικά, θα αθροίζονται όλα τα δηλωθέντα ποσά εισοδημάτων που έχουν επιβαρυνθεί με φόρο εισοδήματος ή έχουν απαλλαγεί από τον φόρο εισοδήματος ή έχουν φορολογηθεί με ειδικό τρόπο ή αυτοτελώς, ακόμη κι αυτά που απαλλάχθηκαν ή εξαιρέθηκαν από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης.
8. Για τον καθορισμό του αριθμού των δόσεων και του ύψους κάθε μηνιαίας δόσης, σε περίπτωση αίτησης για ρύθμιση εκτάκτου χρέους, θα λαμβάνεται υπόψη το τεκμαρτό εισόδημα αν αυτό είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό, ώστε οι δόσεις να είναι λιγότερες.

Διαβαστε επισης