Το παγκόσμιο sell off στα ομόλογα, με τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων να ανεβαίνουν σε πολυετή ή και πολυδεκαετή υψηλά, δεν αφορά μόνο τον πληθωρισμό ή τις προσδοκίες για τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών. Πίσω από την κίνηση βρίσκεται κάτι βαθύτερο: η αγορά αρχίζει να απαιτεί υψηλότερη «αμοιβή» για να χρηματοδοτήσει κράτη που έχουν συνηθίσει επί χρόνια να δανείζονται φθηνά και να μεταθέτουν το πρόβλημα του χρέους στο μέλλον.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και ιδιαίτερα μετά την πανδημία, οι οικονομίες έμαθαν να λειτουργούν με ένα πρωτοφανές δεδομένο: το χρήμα ήταν φθηνό, άφθονο και διαθέσιμο. Οι κεντρικές τράπεζες κρατούσαν τα επιτόκια κοντά στο μηδέν, αγόραζαν τεράστιες ποσότητες ομολόγων και ουσιαστικά συμπίεζαν το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το μοντέλο αυτό επέτρεψε να συσσωρευτεί χρέος σε κλίμακα που δύσκολα θα ήταν διαχειρίσιμο με τα σημερινά επιτόκια.
Το πρόβλημα είναι ότι τώρα ο λογαριασμός αρχίζει να έρχεται…
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος πλησίασε το 94% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2025 και αναμένεται να αγγίξει το 100% έως το 2029. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η άνοδος του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, οι αυξημένες αμυντικές και κοινωνικές δαπάνες και η υποχώρηση του παραδοσιακού «premium ασφάλειας» των αμερικανικών κρατικών χρεογράφων αυξάνουν την ευπάθεια των αγορών σε απότομες ανατιμολογήσεις.
Οι ΗΠΑ είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε πλέον τα 40 τρισ. δολάρια, και οι αποδόσεις των ομολόγων εκτοξεύτηκαν, καταδεικνύοντας τη διάθεση των επενδυτών να ζητούν όλο και υψηλότερα επιτόκια για να δανείσουν το υπερχρεωμένο αμερικανικό Δημόσιο.
Οι ΗΠΑ, ως εκδότης του νομίσματος που βρίσκεται στην καρδιά του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, έχουν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από οποιαδήποτε άλλη χώρα να διαχειριστούν το χρέος τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν να το αγνοούν και αυτό είναι το ξεκάθαρο μήνυμα που στέλνει η αγορά ομολόγων στην Ουάσιγκτον και συνολικά στην παγκόσμια κοινότητα.
Αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες
Οι κυβερνήσεις έχουν πλέον να χρηματοδοτήσουν όχι μόνο τα παλιά τους χρέη, αλλά και τις νέες ανάγκες που δημιουργούν η άμυνα, η ενέργεια, η γήρανση του πληθυσμού, η πράσινη μετάβαση και οι επενδύσεις στην τεχνολογία. Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένο ότι θα κρατήσουν τις αποδόσεις τεχνητά χαμηλές χωρίς να αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό ή να πλήξουν την αξιοπιστία τους.
Υπό αυτό το πρίσμα το κόστος του χρήματος αποκτά ξανά σημασία.
Το νέο περιβάλλον θα επιβραβεύει τις χώρες με χαμηλότερο χρέος, σταθερούς θεσμούς, αξιόπιστη δημοσιονομική πολιτική και ισχυρή ανάπτυξη και θα τιμωρεί εκείνες που θεωρούν ότι η αγορά θα συνεχίσει εσαεί να χρηματοδοτεί τα ελλείμματά τους με χαμηλό κόστος.
Και θα τιμωρεί εκείνες που θεωρούν ότι η αγορά θα συνεχίσει εσαεί να χρηματοδοτεί τα ελλείμματά τους με χαμηλό κόστος.
Η ανθεκτικότητα της Ελλάδας
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να αισθάνεται σήμερα πολύ πιο ασφαλής σε σχέση με το παρελθόν, χάρη στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, στη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης και στη σημαντική αναβάθμιση της πιστοληπτικής της εικόνας. Στο πρόσφατο παγκόσμιο sell off τα κρατικά χρεόγραφα επέδειξαν ανθεκτικότητα, ωστόσο, σ’ ένα κόσμο όπου το παγκόσμιο κόστος χρήματος ανεβαίνει, κανείς δεν «προστατευμένος».
Νώντας Βλάχος