Η σύγχρονη Ευρώπη βιώνει αυτό που ο Ιταλός διανοητής Antonio Gramsci περιέγραψε ως (μεσοβασιλεία): την ιστορική στιγμή όπου το παλιό πεθαίνει και το νέο αδυνατεί ακόμα να γεννηθεί, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται στην επιφάνεια μια ολόκληρη ποικιλία από νοσηρά συμπτώματα και παθογένειες.
Της ΣΟΦΙΑΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ
Η αλματώδης άνοδος της Ακροδεξιάς σε ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο δεν αποτελεί μια απλή εκλογική μεταστροφή ή ένα παροδικό ατύχημα της δημοκρατίας. Αντίθετα, συνιστά το νομοτελειακό αποτέλεσμα της οργανικής κρίσης του ανεξέλεγκτου νεοφιλελευθερισμού. Οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες βρίσκονται υπό αμφισβήτηση και αυτό αποτυπώνεται τόσο στις κάλπες, όσο και στην κοινωνική οργή που κατακλύζει τους δρόμους μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων.
Όπως είχε διαβλέψει ο Karl Polanyi στο κλασικό του έργο , όταν οι αγορές αποσυνδέονται πλήρως από την κοινωνία και τη μετατρέπουν σε απλό εξάρτημα των οικονομικών δεικτών, η κοινωνική μάζα αντιδρά αυτοπροστατευτικά. Όταν όμως η προοδευτική Αριστερά αδυνατεί να προσφέρει ένα αξιόπιστο όραμα συλλογικής χειραφέτησης, η αυτοπροστατευτική αυτή αντίδραση διοχετεύεται σε αντιδραστικά, εθνοκεντρικά και αυταρχικά κανάλια. Οι προτάσεις της κατακερματισμένης Αριστεράς δεν πείθουν πλέον.
Τα δομικά αίτια ανόδου της ακροδεξιάς
To υπόβαθρο της ανάδυσης της ακροδεξιάς στηρίζεται σε πέντε αλληλένδετους πυλώνες:
1. Ο Ύστερος Νεοφιλελευθερισμός και η Βίαιη Φτωχοποίηση
Δεκαετίες δημοσιονομικής λιτότητας, απορρύθμισης της εργασίας και συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας διαμόρφωσαν το λεγόμενο «προλεταριάτο της αβεβαιότητας» (precariat). Η συστηματική μεταφορά πλούτου προς τα πάνω, η ακρίβεια και η διάβρωση της αγοραστικής δύναμης κατέστησαν την καθημερινή επιβίωση έναν διαρκή αγώνα- αν όχι εφιάλτη. Η Ακροδεξιά εκμεταλλεύεται αριστοτεχνικά την οικονομική ανασφάλεια, μετατρέποντας τον ταξικό θυμό σε εθνική και φυλετική περιχαράκωση.
2. Το «πολιτισμικό άγχος», το μεταναστευτικό και η κατασκευή του εχθρού
Η αδυναμία των ευρωπαϊκών κρατών να διαχειριστούν τις μεταναστευτικές ροές σε ένα πλαίσιο κοινωνικής δικαιοσύνης, σε συνδυασμό με το δημογραφικό πρόβλημα, τροφοδοτεί το αφήγημα της «Μεγάλης Αντικατάστασης» (Grand Remplacement). Η Ακροδεξιά μετατρέπει το πραγματικό πρόβλημα της αποδιοργάνωσης των δημόσιων υποδομών σε υπαρξιακό «πολιτισμικό κίνδυνο», καλλιεργώντας ξενοφοβικά και μισαλλόδοξα ένστικτα και επιστρατεύοντας κάθε φορά την κινδυνολογία.
3. Η κρίση εκπροσώπησης και η κατάρρευση της «Τεχνοκρατικής Δημοκρατίας»
Στις τελευταίες δεκαετίες, η Κεντροδεξιά και η Σοσιαλδημοκρατία έχασαν τα διακριτά ιδεολογικά τους χαρακτηριστικά και συνέκλιναν σε ένα κοινό οικονομικό μοντέλο χωρίς ουσιαστικές διαφορές. Πρόκειται για το φαινόμενο που η πολιτική φιλόσοφος Chantal Mouffe ορίζει ως «μετα-πολιτική»: την ψευδαίσθηση της δημοκρατίας, όπου οι κάλπες δεν αλλάζουν τις πολιτικές, παρά μόνο τους διαχειριστές της ίδιας δημοσιονομικής λιτότητας.
Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, το σενάριο αυτό παίχτηκε μέχρι τέλους. Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, από ορκισμένοι πολιτικοί αντίπαλοι, κατέληξαν στην ίδια κυβερνητική καρέκλα, υπογράφοντας και εφαρμόζοντας τα ίδια ακριβώς μνημόνια.
Όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι η δημοκρατική διαδικασία δεν μπορεί πλέον να αναβαθμίσει την καθημερινότητά της, αποστασιοποιείται από τους θεσμούς. Εγκλωβισμένοι σε ένα αίσθημα αγανάκτησης και ματαιότητας, οι πολίτες αναζητούν καταφύγιο σε ακραία και «αντισυστημικά» μορφώματα, έτοιμοι να διακινδυνεύσουν τη δημοκρατική ομαλότητα, προκειμένου να "τιμωρήσουν" την ολιγωρία και την ανικανότητα του συστήματος.
4. Η αποπολιτικοποίηση της δημόσιας σφαίρας και ο «λαϊκισμός της οργής»
Στην εποχή των αλγορίθμων και της υπερ-απλούστευσης, ο πολιτικός διάλογος απογυμνώνεται από ορθολογικά επιχειρήματα. Ο Jürgen Habermas προειδοποιούσε για τη διάβρωση της δημοσίας σφαίρας. Σήμερα βλέπουμε την αντικατάστασή της από έναν χαοτικό ψηφιακό κόσμο, όπου το μίσος, ο φόβος και η οργή κυριαρχούν.
Αυτή η ψηφιακή μετατόπιση δεν είναι τυχαία, αλλά δομική. Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ουδέτεροι φορείς πληροφορίας. Είναι κατασκευασμένοι για να επιβραβεύουν το συναίσθημα έναντι της λογικής, καθώς η οργή και η πόλωση παράγουν τα υψηλότερα επίπεδα αλληλεπίδρασης. Η ορθολογική επικοινωνία που οραματιζόταν ο Χάμπερμας —όπου το επικρατέστερο επιχείρημα διαμορφώνει τη συλλογική βούληση— αντικαθίσταται από έναν κατακερματισμένο και πολωμένο ψηφιακό κόσμο.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο ορθός λόγος υποχωρεί και η Ακροδεξιά ευδοκιμεί: δεν χρειάζεται να προτείνει συγκροτημένες λύσεις στα πολυσύνθετα προβλήματα της εποχής, παρά μόνο να αναπαράγει εχθρικά αφηγήματα, που προσελκύουν ακαριαία το ενδιαφέρον όσων αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους και τον διχασμό.
5. Η συστημική "απενοχοποίηση" της ακροδεξιάς ρητορικής
Όταν τα κεντροδεξιά κόμματα στηρίζουν θέσεις που συνδέονται με την ακροδεξιά ατζέντα - ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής, καταπολέμηση woke ατζέντας- δεν αποδυναμώνουν σε καμία περίπτωση την Ακροδεξιά. Αντιθέτως, την κανονικοποιούν. Μετατρέπουν τις περιθωριακές, ρατσιστικές ιδέες σε κυρίαρχο πολιτικό αφήγημα.
Έτσι, το ίδιο πολιτικό σύστημα προσφέρει άλλοθι στις ακραίες δυνάμεις, με τους πολίτες να επιλέγουν τελικά το αυθεντικό πρωτότυπο, και όχι το μετριοπαθές αντίγραφο.
Η Γαλλία στο χείλος του δημοσιονομικού και πολιτικού Γκρεμού: Το φαινόμενο Λεπέν
Η Γαλλία αποτελεί σήμερα το πλέον επικίνδυνο πεδίο δοκιμασίας για ολόκληρη την Ευρωζώνη. Όπως αποτυπώνεται ανάγλυφα στη δημοσιονομική εικόνα της χώρας, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια βαθιά δομική κρίση:
-
Δημοσιονομική Ασφυξία: Το δημόσιο χρέος αγγίζει τα 3,6 τρισ. ευρώ (119% του ΑΕΠ), με τις δημόσιες δαπάνες να εκτινάσσονται στο 57,2% του ΑΕΠ και τη Γαλλία να αδυνατεί να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της από το 1974.
-
Πίεση στις Αγορές και Spread: Οι αγορές αντιδρούν με οξύτατη νευρικότητα. Η απόδοση του 10ετούς γαλλικού ομολόγου κινείται σε υψηλά 24 ετών, ενώ το spread έναντι των γερμανικών Bunds ξεπέρασε τις 150 μονάδες βάσης. Αν αποτύχουν τα προγράμματα εξοικονόμησης, το έλλειμμα απειλεί να εκτιναχθεί πάνω από το 6%.
-
Πολιτική Παράλυση: Ο πολιτικός κατακερματισμός της Εθνοσυνέλευσης υπό την προεδρία Εμανουέλ Μακρόν και τη διακυβέρνηση Σεμπαστιέν Λεκορνί έχει καταστήσει τη χώρα πρακτικά ανεξάρτητη από κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.
Η Τακτική της Μαρίν Λεπέν: Ο Εθνικός Συναγερμός (Rassemblement National) της Μαρίν Λεπέν και του Ζορντάν Μπαρντελά δεν χρειάζεται πλέον να προκαλεί επαναστάσεις. Μετατρέπει σε εκλογικό της καύσιμο τη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης, την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης και την κοινωνική οργή (από τα «Κίτρινα Γιλέκα» μέχρι τις απεργίες για το συνταξιοδοτικό).
Η Λεπέν παρουσιάζεται ως η μόνη δύναμη τάξης και κοινωνικής προστασίας, προετοιμάζοντας το έδαφος για την κατάληψη της Προεδρίας της Δημοκρατίας.
Γερμανία: Το AfD και η κατάρρευση του «τείχους προστασίας» (Brandmauer)
Στη Γερμανία, την οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης, η Alternative für Deutschland (AfD) δεν αποτελεί πλέον περιφερειακό φαινόμενο. Η αλματώδης άνοδός της, ιδιαίτερα στα ανατολικά κρατίδια (Θουριγγία, Σαξονία, Βραδεμβούργο), τροφοδοτείται από την πρωτοφανή αποβιομηχάνιση της γερμανικής οικονομίας λόγω του ενεργειακού κόστους, την κατάρρευση της κυβέρνησης συνασπισμού και το βαθύ αίσθημα αδικίας των κατοίκων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.
Το AfD ξεπερνά τα όρια του παραδοσιακού δεξιού λαϊκισμού, φέροντας επικίνδυνα ρεβανσιστικά και εθνο-φυλετικά (völkisch) στοιχεία, ενώ το πολιτικό σύστημα βλέπει το «Brandmauer» (γειτονικό τείχος αποκλεισμού) να καταρρέει.
Ισπανία: Στεγαστική κρίση, Θέουτα και η πτώση του Σάντσεθ
Στην Ισπανία, το κόμμα Vox εκμεταλλεύεται δύο εκρηκτικά ζητήματα:
-
Την Στεγαστική Κρίση: Τα ενοίκια και οι τιμές των ακινήτων στα αστικά κέντρα έχουν φτάσει σε απλησίαστα επίπεδα, εκτοπίζοντας τη νεολαία.
-
Το Μεταναστευτικό στη Θέουτα και τη Μελίγια: Οι συνεχείς μεταναστευτικές πιέσεις στους ισπανικούς θύλακες της Βόρειας Αφρικής χρησιμοποιούνται από το Vox για να καλλιεργήσουν ηθικό πανικό και ένα κλίμα «εισβολής».
Η πολιτική αστάθεια και η ενδεχόμενη πτώση της προοδευτικής κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ —υπό το βάρος των σκανδάλων— ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για μια συγκυβέρνηση Δεξιάς - Ακροδεξιάς (PP - Vox).
Ιταλία: Η Τζόρτζια Μελόνι και το μοντέλο «συστημικής ακροδεξιάς»
Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι, του κόμματος Fratelli d'Italia, αντιπροσωπεύει τη νέα, πιο επικίνδυνη παραλλαγή της Ακροδεξιάς: Έχει εναρμονιστεί σε ικανό βαθμό με το σύστημα. Η Μελόνι υιοθετεί μια απόλυτα πειθαρχημένη ατλαντική και δημοσιονομική πολιτική (ικανοποιώντας τις αγορές και το ΝΑΤΟ), ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζει μια σκληρή ατζέντα στο εσωτερικό της χώρας (δικαιώματα, δικαιοσύνη, μεταναστευτικό με τις συμφωνίες τύπου Αλβανίας).
Το «μοντέλο Μελόνι» αποδεικνύει ότι η Ακροδεξιά δεν χρειάζεται να διαλύσει την ΕΕ - μπορεί να την μεταλλάξει από μέσα.
Για να κατανοήσουμε το βάθος του κινδύνου, πρέπει να προσφύγουμε στη σκέψη των μεγάλων πολιτικών φιλοσόφων.
-
Η Hannah Arendt, στο μνημειώδες έργο της , σημείωνε ότι ο ολοκληρωτισμός τρέφεται από τον ατομικισμό, την απομόνωση και την απώλεια νοήματος των μαζών. Η σύγχρονη ψηφιακή και νεοφιλελεύθερη κοινωνία παράγει ακριβώς αυτό: απομονωμένα άτομα, χωρίς συλλογικούς δεσμούς, έτοιμα να παραδοθούν στον αυταρχικό πατερναλισμό.
-
Ο Walter Benjamin έγραφε στις ότι «πίσω από κάθε άνοδο του φασισμού, υπάρχει μια αποτυχημένη επανάσταση». Η σημερινή Ακροδεξιά είναι η τιμωρία της Ευρώπης για την αποτυχία της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων να αμφισβητήσουν ουσιαστικά το status quo.
-
Ο Michel Foucault αναλύοντας τη «βιοπολιτική», μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς τα σύγχρονα κράτη μετατρέπουν τη διαχείριση των πληθυσμών και των συνόρων σε πεδίο διαρκούς εκτάκτου ανάγκης, προετοιμάζοντας το έδαφος για τον αυταρχικό μετασχηματισμό.
Η υπαρξιακή απειλή για την Ευρώπη
Η Ευρώπη δεν απειλείται πλέον από εξωτερικούς εισβολείς, αλλά από τους δικούς της ενδογενείς δαίμονες. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος μίας ξαφνικής στρατιωτικής κατάληψης της εξουσίας, αλλά μιας βαθιάς, σταδιακής διάβρωσης των δημοκρατικών θεσμών εκ των έσω (illiberal democracy).
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίσει να εμμένει σε δογματικές πολιτικές λιτότητας, να αγνοεί τις ανάγκες της κοινωνίας, να αντιμετωπίζει το στεγαστικό και την ενέργεια ως εμπορεύματα και να απαντά στην κρίση με καταστολή, η επικράτηση της Ακροδεξιάς δεν θα είναι απλώς μία πιθανότητα· θα είναι ιστορικά νομοτελειακή.
Το τίμημα αυτής της εξέλιξης θα είναι η κατάρρευση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, εν τέλει, η διάλυση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος μέσα στις στάχτες της ίδιας του της τυφλότητας.