Η εικόνα είναι απλή: ελληνικά αντιαεροπορικά συστήματα Patriot, επανδρωμένα από Έλληνες χειριστές, αναχαιτίζουν ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους στον ουρανό της Σαουδικής Αραβίας. Η κυβερνητική γραμμή επίσης απλή: πρόκειται για μια αμυντική αποστολή, ενταγμένη σε διεθνές πλαίσιο συνεργασίας, χωρίς καμία εμπλοκή της χώρας σε πόλεμο.
Μόνο που αυτή η «απλότητα» αρχίζει να μην πείθει.
Διότι σε κάθε πόλεμο –και η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά σε μια τέτοια συνθήκη– οι λέξεις έχουν σημασία, αλλά τα γεγονότα έχουν μεγαλύτερη. Και το γεγονός είναι ότι ελληνικά οπλικά συστήματα δεν παρακολουθούν απλώς την εξέλιξη μιας σύγκρουσης. Παρεμβαίνουν ενεργά σε αυτήν.
Όταν ένας πύραυλος που εκτοξεύεται από το Ιράν καταρρίπτεται από ελληνικό πλήρωμα, η Ελλάδα δεν είναι ένας ουδέτερος παρατηρητής. Είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει το αποτέλεσμα, έστω και στο επίπεδο της άμυνας.
Η επίκληση του «αμυντικού χαρακτήρα» είναι, ασφαλώς, βολική. Κανείς δεν θέλει να εμφανίζεται ως επιτιθέμενος. Όμως η διάκριση ανάμεσα σε άμυνα και εμπλοκή δεν είναι πάντα καθαρή.
Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, η συμμετοχή σε ένα σύστημα συλλογικής άμυνας δεν αναιρεί την εμπλοκή – απλώς την επαναπροσδιορίζει. Στην πράξη, όταν συνδράμεις στρατιωτικά έναν από τους πόλους μιας σύγκρουσης, ακόμη και αμυντικά, έχεις ήδη διαλέξει πλευρά.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: μπορεί μια χώρα να ισχυρίζεται ότι «δεν εμπλέκεται», όταν οι δυνάμεις της καταρρίπτουν πυραύλους ενός εμπλεκόμενου κράτους;
Η απάντηση, όσο κι αν ενοχλεί, είναι μάλλον αρνητική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποστολή είναι λανθασμένη ή αδικαιολόγητη. Η προστασία κρίσιμων υποδομών, η ενίσχυση συμμαχιών και η γεωπολιτική παρουσία είναι θεμιτοί στόχοι. Αλλά είναι άλλο πράγμα να υπερασπίζεσαι μια επιλογή και άλλο να την «βαφτίζεις» κάτι που δεν είναι.
Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό – είναι βαθιά πολιτικό. Όταν η Ελλάδα συμμετέχει, έστω και έμμεσα, στην αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων, εντάσσεται σε ένα πλέγμα αντιπαραθέσεων που ξεπερνά κατά πολύ την άμεση αποστολή. Και αυτό συνεπάγεται κόστος: διπλωματικό, στρατηγικό, ακόμη και συμβολικό.
Ωστόσο, η δημόσια συζήτηση κινείται σε ένα βολικό δίπολο: είτε «δεν τρέχει τίποτα», είτε «μπήκαμε στον πόλεμο». Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη – αλλά και πιο άβολη. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε πόλεμο. Αλλά σίγουρα δεν βρίσκεται και εκτός αυτού.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να δούμε το βασικό ερώτημα που ανακύπτει: Εχουμε την πολυτέλεια της ουδετερότητας χωρίς κόστος; Ή πρέπει να κάνουμε επιλογές – και να επωμιστούμε τις όποιες συνέπειές τους;
Χ. ΝΙΑΚΑΣ