Επικαιρότητα

Aντιμέτωπη με τη θρησκοληψία και τον κορωνοϊό η Κύπρος


Πέραν της πανδημίας και των οικονομικών συνεπειών της, η κυπριακή κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί και τη βαθιά ριζωμένη θρησκοληψία, που συντηρείται από την πολιτική ισχύ και την κοινωνική επιρροή της Εκκλησίας.

Με την εμφάνιση του κορωνοϊού στο νησί διαφάνηκε ότι αργά ή γρήγορα το συντεταγμένο κράτος θα καλούνταν να αντιμετωπίσει φαινόμενα κοινωνικής καθυστέρησης, στο πλαίσιο των προσπαθειών αναχαίτισης της πανδημίας, αλλά και της περιφρούρησης της ίδιας της κοσμικότητας του κράτους.

Η προδιαγεγραμμένη σύγκρουση ξεκίνησε με την απόφαση του κράτους να επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στη διακίνηση και τη συνάθροιση πολιτών. Με την εφαρμογή των μέτρων, ισχυρά μέλη της Ιεράς Συνόδου της κυπριακής Eκκλησίας έδειξαν τις προθέσεις τους, παρακούοντας τα περιοριστικά μέτρα, αναγκάζοντας έτσι τις αρχές να προχωρήσουν σε πρωτοφανείς ενέργειες, όπως δεκάδες καταγγελίες πιστών και ανακρίσεις Μητροπολιτών.

Νόμος του Θεού ή του κράτους;

Η πρώτη πράξη της διελκυστίνδας μεταξύ κυπριακού κράτους και Eκκλησίας παίχτηκε στις 24 Μαρτίου, όταν η κυπριακή κυβέρνηση εξέδωσε το δεύτερο διάταγμά της με ακόμα πιο αυστηρά περιοριστικά μέτρα, το οποίο θα ίσχυε από το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Ως απάντηση στα μέτρα, ο προερχόμενος από το Άγιο Όρος, Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος - ο οποίος χαρακτηρίζεται ως δογματικός αλλά και λαοφιλής ιεράρχης - αποφάσισε να επισπεύσει την ακολουθία του Εσπερινού στην Μητρόπολή του, καλώντας τους πιστούς να παραβρεθούν.

   Επισπεύδοντας την τέλεση του Εσπερινού κατά δύο ώρες, κατάφερε να συγκεντρώσει τους πιστούς του στο ναό. Ωστόσο, φωτογραφίες που είδαν αυθημερόν το φως της δημοσιότητας αποτέλεσαν τεκμήριο παραβίασης προηγούμενου διατάγματος περί μαζικών συγκεντρώσεων, αφού οι πιστοί που βρίσκονταν στην εκκλησία φαίνεται να ξεπερνούσαν τους 75.

Η παραβίαση των διαταγμάτων της κυβέρνησης από μέλη της Ιεράς Συνόδου συνεχίστηκε και τις ημέρες του Πάσχα. Ενδεικτικά, ο γνωστός και στην Ελλάδα για τις θέσεις του Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, τέλεσε κανονικά τη θεία λειτουργία την Κυριακή των Βαΐων σε εκκλησία της ενορίας του, στην οποία μάλιστα παρευρέθηκαν και πιστοί.

Ακολούθησαν πρωτόγνωρες για τα κυπριακά δεδομένα αστυνομικές έρευνες για τις υποθέσεις των ιεραρχών, με τις ηγεσίες του υπουργείου Δικαιοσύνης και της Αστυνομίας να διαμηνύουν ότι κανένας δεν είναι υπεράνω του νόμου, σε μία προσπάθεια κατευνασμού των αντιδράσεων των πιστών.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ακόμα και ενώπιον των ανακριτικών αρχών τα εν λόγω μέλη της Ιεράς Συνόδου εμφανίστηκαν αμετανόητα, διαμηνύοντας ότι ο μόνος νόμος στον οποίο υπόκεινται είναι ο νόμος του Θεού.

Η εφεκτικότητα της δικαιοσύνης

Ο φάκελος των υποθέσεων διαβιβάστηκε στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και πλέον ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης θα κληθεί να αποφασίσει αν οι υποθέσεις θα οδηγηθούν στο δικαστήριο. Αν αυτό τελικά γίνει, θα είναι η πρώτη φορά που μέλη της Ιεράς Συνόδου θα βρεθούν ενώπιον δικαστηρίου. Αυτό το ενδεχόμενο πάντως αποτιμάται ως εξαιρετικά απίθανο, αφού ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας απέφυγε και στο παρελθόν να προωθήσει υποθέσεις που αφορούν μέλη της Ιεράς Συνόδου για υβριστικές και ρατσιστικές δηλώσεις τους εναντίον των ομοφυλόφιλων.

Οι μητροπολίτες Αθανάσιος και Νεόφυτος δεν έχουν, πάντως, τη στήριξη του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, ο οποίος με δημόσιες παρεμβάσεις του στηρίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τις αποφάσεις της κυβέρνησής, καλώντας τους πιστούς να απέχουν από τις λειτουργίες στους ναούς. Καθώς όμως κάθε μητροπολίτης έχει το «ποίμνιό» του, ούτε ο λόγος του Αρχιεπισκόπου ούτε οι αναφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας στο πασχαλινό διάγγελμά του περί «παράφωνων που ταυτίζουν την πίστη στο Θεό με την επιλογή του θανάτου», δεν ήταν αρκετά να πείσουν τους πιστούς για την ανάγκη αποχής από τον εκκλησιασμό.

H αστυνομία συνεχίζει να διενεργεί ελέγχους σε μονές και εκκλησίες. H πιο σοβαρή υπόθεση αφορά εκκλησιασμό σε επαρχία της Λεμεσού. Κατά τον έλεγχο της αστυνομίας μάλιστα απειλήθηκαν επεισόδια, ενώ ασκήθηκαν ποινικές διώξεις σε 20 άτομα μεταξύ των οποίων και ο ιερέας.

Επιστήμη με άμφια

Στην εξίσωση της διελκυστίνδας κράτους-Εκκλησίας μπήκε πρόσφατα και η επιστημονική κοινότητα της Κύπρου. Η είσοδος των επιστημόνων στον διάλογο έγινε θορυβωδώς, μέσω ανοικτής επιστολής προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την οποία υπέγραψαν 152 επαγγελματίες υγείας - εκ των οποίων πολλοί γιατροί σε ανώτατα πόστα των δημοσίων δομών υγείας. Στην επιστολή ζητούσαν να επαναλειτουργήσουν οι ναοί.

Εντύπωση προκάλεσε η πρόταξη της επιστολής στην οποία διατυπώνεται η αντιεπιστημονική θέση ότι ο κορωνοϊός δεν μεταδίδεται μέσω της θείας κοινωνίας. Η επιστολή προκάλεσε μεγάλη ένταση στον δημόσιο διάλογο και προβλήθηκε εκτενώς από τα ΜΜΕ.

Η ένταση αναζωπυρώθηκε με τη δημοσιοποίηση νέας ανοικτής επιστολής προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από άλλη ομάδα 186 επαγγελματιών στον χώρο της υγείας, με κύριο αίτημα το άμεσο άνοιγμα των εκκλησιών για τους πιστούς. Στις αναφορές κλήθηκε να απαντήσει ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος (ΠΙΣ), ο οποίος σε σχετική ανακοίνωση αναφέρθηκε μεν στην υψηλή μεταδοτικότητα του ιού και στην ανάγκη περιορισμού του συνωστισμού, απέφυγε ωστόσο να τοποθετηθεί ξεκάθαρα στο κατά πόσον ο κορωνοϊός μπορεί να μεταδοθεί με την θεία κοινωνία.

Η DW επικοινώνησε με το θεσμικό όργανο των ιατρών ζητώντας μια ξεκάθαρη απάντηση επί του θέματος. Η θέση του ΠΙΣ είναι ότι ελλείψει επιστημονικών μελετών δεν μπορεί να δοθεί επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση για τη μεταδοτικότητα του ιού μέσω θείας κοινωνίας.

Η πρώτη επιστήμονας που τοποθετήθηκε δημοσίως για τα όσα υποστήριξαν οι 152 επαγγελματίες υγείας, ήταν η Δρ Μυρτάνη Πιερή.  Μιλώντας στην DW εξήγησε ότι είναι λογικό η βιβλιογραφία για ένα θέμα που επαφίεται σε θρησκευτικές πρακτικές να είναι περιορισμένη. Τόνισε ωστόσο ότι ακόμα και η πλήρης απουσία βιβλιογραφίας, δεν μπορεί να μεταφραστεί σε απουσία επικινδυνότητας. Ως εκ τούτου κατέληξε, ένα κράτος που σέβεται την υγεία των πολιτών του οφείλει να υιοθετεί την Αρχή της Προφύλαξης.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι η συζήτηση για το ζήτημα του εκκλησιασμού συνεχίζει να εκτυλίσσεται με ένταση τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και στα ΜΜΕ, με αρθρογραφία γιατρών, πανεπιστημιακών και δημοσιογράφων.

Το θέμα που αναδεικνύεται είναι το κατά πόσον το κράτος, το αρμόδιο υπουργείο και η επιστημονική κοινότητα έκαναν όλες τις απαραίτητες ενέργειες για αποτροπή της έκθεσης της κοινής γνώμης σε ένα ζοφερό μείγμα θρησκοληψίας και αντιεπιστημονικών απόψεων.

Το σήμα κινδύνου που εκπέμπεται, καθίσταται ακόμα πιο ηχηρό, αν αναλογιστεί κανείς ότι στις συνθήκες κοινωνικού απομονωτισμού που επέβαλε η πανδημία, έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα δύο βανδαλισμοί σε κεραίες κινητής τηλεφωνίας μετά από fake news σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που αναφέρονταν σε υποτιθέμενους "κινδύνους" από την εισαγωγή της τεχνολογίας 5G.

Deutsche Welle/Λουκιανός Λυρίτσας\/s.