Στο 1,25% διατήρησε το βασικό της επιτόκιο η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BoJ), επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες των αγορών, ενώ παράλληλα άφησε σαφείς ενδείξεις ότι ο κύκλος νομισματικής σύσφιγξης δεν έχει ολοκληρωθεί. Το κόστος δανεισμού παραμένει στο υψηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 1995, καθώς η κεντρική τράπεζα επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, χωρίς να ανακόψει την οικονομική δραστηριότητα.
Η απόφαση ελήφθη κατά τη συνεδρίαση του Οκτωβρίου με ψήφους 8 υπέρ και 1 κατά. Η μειοψηφία εκφράστηκε από το μέλος του διοικητικού συμβουλίου Χατζίμε Τακάτα, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της αύξησης του επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης, στο 1,50%, εκτιμώντας ότι ο πληθωρισμός έχει ήδη φτάσει στον στόχο της κεντρικής τράπεζας και ότι δικαιολογείται ταχύτερη προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής.
Η διατήρηση των επιτοκίων ακολουθεί δύο διαδοχικές αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, οι οποίες σηματοδότησαν την επιτάχυνση της απομάκρυνσης από την πολυετή πολιτική εξαιρετικά χαμηλού κόστους χρήματος.
Ο πληθωρισμός φτάνει στον στόχο του 2%
Ιδιαίτερη σημασία στην απόφαση της BoJ έχει η διαπίστωση ότι ο υποκείμενος πληθωρισμός, βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή (CPI), ευθυγραμμίστηκε για πρώτη φορά με τον στόχο του 2%, ο οποίος είχε τεθεί το 2013.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημείο καμπής για τη νομισματική πολιτική της Ιαπωνίας, καθώς η χώρα πέρασε μεγάλο μέρος των προηγούμενων δεκαετιών αντιμετωπίζοντας αποπληθωριστικές πιέσεις και εξαιρετικά χαμηλούς ρυθμούς αύξησης των τιμών.
Η κεντρική τράπεζα επισημαίνει ότι οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες εξακολουθούν να είναι διευκολυντικές, παρά τις διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων. Παράλληλα, οι επίμονες ελλείψεις εργατικού δυναμικού συντηρούν έναν μέτριο αλλά σταθερό κύκλο αυξήσεων μισθών και τιμών, ενώ οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες κινούνται κοντά στο 2%.
Η BoJ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με διαφορετικές προκλήσεις σε σχέση με το παρελθόν. Αντί να επιδιώκει την ενίσχυση του πληθωρισμού, καλείται να διασφαλίσει ότι η αύξηση των τιμών θα παραμείνει κοντά στον στόχο της, χωρίς να αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική.
Αναθεώρηση των προβλέψεων για ανάπτυξη και πληθωρισμό
Στην τριμηνιαία έκθεση οικονομικών προοπτικών, η Τράπεζα της Ιαπωνίας προχώρησε σε αναθεωρήσεις των εκτιμήσεών της για την οικονομία, διατηρώντας αμετάβλητη την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του οικονομικού έτους 2026, αλλά αναπροσαρμόζοντας προς τα πάνω την εκτίμηση για την ανάπτυξη.
Ειδικότερα, για το οικονομικό έτος 2026, η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό διατηρήθηκε στο 2,5%, ενώ η εκτίμηση για την ανάπτυξη αυξήθηκε στο 0,7% από 0,6% προηγουμένως.
Για το οικονομικό έτος 2027, η εικόνα είναι διαφορετική: η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό αναθεωρήθηκε ανοδικά στο 2,6% από 2,4%, ενώ η εκτίμηση για την οικονομική ανάπτυξη μειώθηκε στο 0,7% από 0,8%.
Οι νέες προβλέψεις αποτυπώνουν την ανησυχία για τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων, την ώρα που η οικονομική δραστηριότητα εξακολουθεί να εμφανίζει αντοχές, αλλά αντιμετωπίζει κινδύνους από το αυξημένο κόστος ενέργειας και τη διεθνή αβεβαιότητα.
Νέα αύξηση επιτοκίων στο τραπέζι
Η απόφαση διατήρησης των επιτοκίων δεν σηματοδοτεί αλλαγή κατεύθυνσης στη νομισματική πολιτική της BoJ. Αντίθετα, η κεντρική τράπεζα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων, καθώς θεωρεί ότι οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες παραμένουν αρκετά χαλαρές και ότι ο πληθωρισμός έχει πλέον αποκτήσει πιο σταθερά χαρακτηριστικά.
Το ενδιαφέρον των αγορών στρέφεται πλέον στις επόμενες κινήσεις του διοικητή της BoJ, Καζούο Ουέντα, και κυρίως στο κατά πόσο η κεντρική τράπεζα θα επιλέξει να προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων πριν από το τέλος του έτους.
Η στάση της ιαπωνικής κεντρικής τράπεζας έχει ιδιαίτερη σημασία και για τις διεθνείς αγορές, καθώς η σταδιακή αύξηση του κόστους χρήματος στην Ιαπωνία μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς ροές κεφαλαίων και τις στρατηγικές των επενδυτών που επί χρόνια αξιοποιούσαν τα χαμηλά ιαπωνικά επιτόκια για τη χρηματοδότηση επενδύσεων σε άλλες αγορές.
Η Ιαπωνία εισέρχεται έτσι σε μια νέα φάση νομισματικής πολιτικής, με την BoJ να επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη συγκράτησης του πληθωρισμού και στη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας.