Ακόμη και για κίνδυνο «βουτιάς» 20% των αμερικανικών μετοχών, που θα προκαλούσε ντόμινο στα διεθνή χρηματιστήρια, προειδοποιεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στη νέα του έκθεση για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπου τονίζει ότι οι κίνδυνοι στις αγορές παραμένουν αυξημένοι, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις διαρθρωτικές αδυναμίες να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Το κεντρικό θέμα της έκθεσης περιστρέφεται γύρω από το πώς οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές έρχονται αντιμέτωπες με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τους κινδύνους ενίσχυσης και διάδοσης των κλυδωνισμών. Οι γεωπολιτικές αυτές εντάσεις δοκιμάζουν τις αγορές, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και ανησυχιών για νέα έξαρση του πληθωρισμού.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν υψηλοί εν μέσω πιέσεων που προέρχονται από τις «τεντωμένες» (stretched) αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων. Παράλληλα, καταγράφεται αυξανόμενη πίεση στις αγορές κρατικών ομολόγων, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει προκλήσεις στη βιωσιμότητα του χρέους.
Αστάθεια στην αγορά συναλλάγματος
Παρά τη βαθιά ρευστότητά της, η παγκόσμια αγορά συναλλάγματος παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στη μακροοικονομική και χρηματοπιστωτική αβεβαιότητα. Το ΔΝΤ τονίζει ότι τυχόν αιφνίδιοι κλυδωνισμοί μπορούν να:
- Αυξήσουν το κόστος χρηματοδότησης.
- Διευρύνουν τα περιθώρια μεταξύ τιμών αγοράς και πώλησης (bid-ask spreads).
- Εντείνουν την υπερβολική μεταβλητότητα στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Αυτές οι πιέσεις τείνουν να ενισχύονται περαιτέρω από διαρθρωτικές ευπάθειες, όπως οι νομισματικές ανισορροπίες, η συγκεντρωμένη δραστηριότητα των διαπραγματευτών (dealers) και η ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή μη τραπεζικών ιδρυμάτων.
Ο αυξανόμενος ρόλος των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (NBFI)
Ένα σημαντικό κεφάλαιο της έκθεσης εστιάζει στις διασυνοριακές ροές κεφαλαίων προς τις αναδυόμενες αγορές και τον ρόλο των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (όπως επενδυτικά ταμεία και hedge funds).
Από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και έπειτα, οι αναδυόμενες αγορές έχουν λάβει σημαντικές διασυνοριακές ροές χαρτοφυλακίου, οι οποίες διαμεσολαβούνται σε μεγάλο βαθμό από NBFI.
Αν και αυτές οι ροές φέρνουν ευκαιρίες, αυξάνουν παράλληλα την ευαισθησία των αγορών σε αλλαγές του παγκόσμιου κλίματος κινδύνου. Οι χώρες με προϋπάρχουσες αδυναμίες (π.χ. υψηλό χρέος, χαμηλά συναλλαγματικά αποθέματα, αδύναμη θεσμική ποιότητα) είναι ιδιαίτερα ευάλωτες.
Τα hedge funds και τα επενδυτικά ταμεία (ειδικά τα παθητικά αμοιβαία κεφάλαια και τα ETFs) αντιδρούν πιο έντονα στις μετατοπίσεις του παγκόσμιου κινδύνου. Μια ξαφνική αναστροφή αυτών των ροών θα μπορούσε να διευρύνει τα εταιρικά και κρατικά spreads και να προκαλέσει απότομες υποτιμήσεις νομισμάτων.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η ταχεία επέκταση των ιδιωτικών πιστωτικών αγορών, καθώς και η αυξανόμενη υιοθέτηση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων (όπως τα stablecoins) στις αναδυόμενες αγορές απαιτούν συνεχή, αναλογική εποπτεία και ρύθμιση για την αποφυγή συστημικών κινδύνων.
Ασταθής ισορροπία στα χρηματιστήρια
Η εικόνα των χρηματιστηριακών αγορών είναι ιδιαίτερα εύθραυστη. Οι αγορές έχουν κινηθεί σε τεντωμένες αποτιμήσεις και αυτό τις καθιστά εξαιρετικά ευάλωτες σε απότομες διορθώσεις.
Ειδικότερα, παρά την ανθεκτικότητα που έδειξαν οι αγορές το προηγούμενο διάστημα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις μετοχικές αξίες. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τον υπερβολικό ενθουσιασμό γύρω από συγκεκριμένους κλάδους, έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε βίαιη ανατιμολόγηση των περιουσιακών στοιχείων.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις αγορές μετοχών, σύμφωνα με το ΔΝΤ, εντοπίζεται στον τεχνολογικό τομέα και συγκεκριμένα στις εταιρείες που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI). Οι επενδυτές έχουν προεξοφλήσει τεράστια κέρδη και άλματα παραγωγικότητας από την AI, οδηγώντας τις αποτιμήσεις των τεχνολογικών μετοχών σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι μια απλή επανεκτίμηση αυτών των προσδοκιών –είτε επειδή η παραγωγικότητα δεν θα αυξηθεί όσο αναμενόταν, είτε λόγω μειωμένων περιθωρίων κέρδους εξαιτίας του έντονου ανταγωνισμού– θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια απότομη διόρθωση (sharp repricing).
Το δυσμενές σενάριο: Κίνδυνος πτώσης έως και 20%
Στα σενάρια κινδύνου (downside risks) που εξετάζει το ΔΝΤ, υπολογίζεται ο αντίκτυπος μιας απότομης στροφής των επενδυτών μακριά από το ρίσκο (risk-off episode), με αφορμή τη διάψευση των προσδοκιών στην τεχνολογία και την άνοδο του πληθωρισμού.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι τιμές των μετοχών στις ΗΠΑ θα μπορούσαν να καταγράψουν πτώση της τάξης του 20%, μέγεθος που αντιστοιχεί περίπου στη μισή πτώση που σημειώθηκε κατά το σκάσιμο της «φούσκας» των dot-com στις αρχές της δεκαετίας του 2000.Οι αγορές μετοχών εκτός ΗΠΑ (Ευρώπη, Ασία) δεν θα έμεναν ανεπηρέαστες. Εκτιμάται ότι θα κατέγραφαν πτώση περίπου 15%, καθώς η έκθεσή τους στον τεχνολογικό κλάδο είναι μικρότερη, αλλά η μετάδοση του πανικού θα ήταν άμεση.
Μετάδοση στην πραγματική οικονομία
Μια ραγδαία πτώση των μετοχικών αποτιμήσεων δεν θα περιοριζόταν στα ταμπλό των χρηματιστηρίων, αλλά θα χτυπούσε άμεσα την πραγματική οικονομία. Η καταστροφή κεφαλαιακής αξίας από μια χρηματιστηριακή διόρθωση θα έκανε τα νοικοκυριά να νιώθουν φτωχότερα, οδηγώντας σε άμεση επιβράδυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης (έως και 1% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ σε ένα ακραίο σενάριο).
Επιπλέον, τα εταιρικά ασφάλιστρα κινδύνου θα εκτοξεύονταν. Το ΔΝΤ υπολογίζει μια αύξηση κατά 75 μονάδες βάσης στις ΗΠΑ και έως 100 μονάδες βάσης στις αναδυόμενες αγορές, καθιστώντας τον δανεισμό των επιχειρήσεων απαγορευτικό και συρρικνώνοντας τις παγκόσμιες επενδύσεις κατά 1,5%.
Η πίεση από τα ομόλογα
Τέλος, το Ταμείο σημειώνει ότι οι αποτιμήσεις των μετοχών πιέζονται από τις αγορές ομολόγων. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας αναζωπυρώνουν τους φόβους για τον πληθωρισμό. Αυτό οδηγεί σε άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων (bond yields), καθώς οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να κρατήσουν τα επιτόκια υψηλά για μεγαλύτερο διάστημα. Ιστορικά, όταν οι αποδόσεις των ασφαλών κρατικών ομολόγων ανεβαίνουν, οι επενδυτές εγκαταλείπουν τις υπερτιμημένες μετοχές, πιέζοντας τις τιμές τους βίαια προς τα κάτω.